Πρόεδρος Εργατολόγων: Αντισυνταγματικό το άρθρο 731 – Θα φέρει ευρωπαϊκές καταδίκες
“Μνημείο προχειρότητας”, και “άλλη μια περίπτωση πρόδηλης αντισυνταγματικότητας και προάγγελο νέων καταδικαστικών αποφάσεων από το ΕΔΔΑ“ χαρακτήρισε ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εργατολόγων Δημήτριος Βασιλείου σε ένα κείμενο-“ράπισμα” στο οποίο εξαπολύει καταιγισμό “πυρών” κατά των διατάξεων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 731 του νομοσχεδίου του Νέου Κώδικα.
Αναλυτικά το άρθρο:
Με το άρθρο 731 παρ.1 του νμσχ. «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» του υπουργείου Εσωτερικών προτείνεται σε περιπτώσεις δικών που αφορούν στον προσδιορισμό ή στη μετατροπή της εργασιακής σχέσης των εργαζομένων δήμου ή περιφέρειας, καθώς και νομικών τους προσώπων, η αγωγή ή η κλήση να κοινοποιούνται στο Ελληνικό Δημόσιο με μέριμνα του ενάγοντος, επί ποινή
απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης (εδ. 1). Επιπλέον, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προσκομίζονται υποχρεωτικά από τον επιμελέστερο διάδικο οι απόψεις των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών και του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επί της αγωγής περί του αντίκτυπου της δίκης στον προγραμματισμό του ανθρώπινου δυναμικού και στη δημοσιονομική ισορροπία, άλλως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και αίρονται αυτοδικαίως τυχόν ασφαλιστικά μέτρα ή προσωρινή διαταγή που έχει χορηγηθεί (εδ. 2). Μάλιστα οι ρυθμίσεις αυτές προτείνεται να ισχύουν και σε περίπτωση υποβολής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήματος προσωρινής διαταγής (εδ. 3).
Στα πολιτικά δικαστήρια, ήδη από την δικονομία του Μάουρερ (1834), ισχύει το συζητητικό σύστημα. Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, το αντικείμενο της δίκης προσδιορίζεται αποκλειστικά από το αίτημα της αγωγής, καθώς και από τους ισχυρισμούς («μέσα επίθεσης και άμυνας») των διαδίκων, οι οποίοι προβάλλονται με τις προτάσεις και με τις επ’ αυτών προσθήκες, όπως ορίζεται στο άρθρο 269 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε μόλις πέρυσι με τον ν. 5221/2025, καθώς και στο άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ και δ ΚΠολΔ για τις περιουσιακές-εργατικές διαφορές. Οι διάδικοι άλλωστε είναι εκείνοι που φέρουν το βάρος επίκλησης και απόδειξης των ισχυρισμών τους αυτών (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ). Απόψεις τρίτων –όπως εν προκειμένω οι απόψεις των «αρμοδίων υπηρεσιών των υπουργείων οικονομικών και εσωτερικών» δεν θα έχουν λοιπόν καμία επιρροή στη δίκη, ακόμη και αν ψηφιστεί η προτεινόμενη διάταξη. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την τροποποίηση θεμελιωδών ρυθμίσεων του ΚΠολΔ, τις οποίες είναι απολύτως βέβαιο ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κάνει, οι δε υπουργοί Οικονομικών και Εσωτερικών, που υπογράφουν το προκείμενο σχέδιο νόμου, είναι αναρμόδιοι να αναλάβουν την σχετική νομοθετική πρωτοβουλία.
Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η προτεινόμενη ρύθμιση στην ουσία επιβάλλει στον ενάγοντα να προσκομίσει μια βεβαίωση τρίτου (η οποία όλως αδοκίμως για την πολιτική δίκη χαρακτηρίζεται ως «απόψεις»), και αυτό παρόλο που ο ίδιος δεν δύναται να ασκήσει επιρροή στο αν και πότε αυτή θα εκδοθεί. Μάλιστα στο σημείο αυτό η προτεινόμενη διάταξη είναι τόσο πρόχειρη, που δεν προβλέπει καν ποια είναι η «αρμόδια» υπηρεσία στην οποία οφείλει να απευθυνθεί. Τουναντίον, ούτε λίγο – ούτε πολύ, στην προτεινόμενη διάταξη αναφέρεται ότι θα πρέπει να απευθυνθεί στις
«αρμόδιες υπηρεσίες» δύο υπουργείων (οικονομικών – εσωτερικών)! Ούτε καθορίζεται ποια διαδικασία θα πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημά του να λάβει την ως άνω βεβαίωση αυτή, ούτε κάποια προθεσμία εντός της οποίας η υπηρεσία οφείλει να την χορηγήσει. Παρά ταύτα επαπειλούνται στον ενάγοντα δυσμενείς δικονομικές συνέπειες (απαράδεκτο συζήτησης, απώλεια ασφαλιστικών μέτρων) για κάτι το οποίο δεν ευρίσκεται καν υπό τον έλεγχό του! Το νμσχ. φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να απαιτεί την βεβαίωση αυτή ακόμη και για
τα ασφαλιστικά μέτρα ή την προσωρινή διαταγή, παρόλο που εξ ορισμού συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση, μη επιδεχόμενη αναβολής.
Εκτός του ότι δεν επιτρέπεται ο νόμος να επιβάλλει τα αδύνατα (impossibilium nulla obligatio est), αν μη τι άλλο, ο συντάκτης του νμσχ. δεν αναλογίσθηκε καν την ευθύνη που θα προκύψει για το δημόσιο (αλλά και τους «αρμόδιους υπαλλήλους», όποιοι και αν είναι αυτοί), αν ο ενάγων εξαιτίας της τυχόν αδράνειας ή μη έγκαιρης ανταπόκρισης της διοίκησης απωλέσει δικαιώματα. Το μόνο που είναι βέβαιο ότι θα πετύχει η προτεινόμενη ρύθμιση, στις περιπτώσεις που τυχόν εφαρμοστεί, είναι νέες καταδίκες από το ΕΔΔΑ.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που στο παρελθόν η νομολογία θεώρησε αντισυνταγματικές διατάξεις νόμων που επέβαλλαν στον ενάγοντα, επί ποινή απαραδέκτου, την προσκόμιση διαφόρων βεβαιώσεων, καθώς προσβάλλουν το δικαίωμα για δικαστική προστασία (άρθρο 20 Σ) και για δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Στην προκειμένη δε περίπτωση επειδή το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, κινδυνεύει αυτή να εφαρμοστεί ακόμη και σε αγωγές που έχουν ήδη ασκηθεί, το οποίο θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση του νομοθέτη σε ήδη ανοιγείσες δίκες. Με την προτεινόμενη διάταξη, που επιχειρεί να καταστήσει το Ελληνικό Δημόσιο σκιώδη διάδικο σε μια δίκη μεταξύ τρίτων, δεν έχω αμφιβολία ότι ισχύει το ίδιο. Η προτεινόμενη διάταξη, εκτός από μνημείο προχειρότητας, αποτελεί άλλη μια περίπτωση πρόδηλης αντισυνταγματικότητας και προάγγελο νέων καταδικαστικών αποφάσεων από το ΕΔΔΑ.
Αθήνα, 18-6-2026
Δημήτριος Κ. Βασιλείου
Δικηγόρος, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εργατολόγων
Προτεινόμενα άρθρα
20.06.2026 | 08:25




