Σπύρος Στεριάδης: “Η κοινωνία δεν έχει μάθει να δέχεται τις αποκλίσεις”
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, μέχρι το τέλος της χρονιάς, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, αναβιώνουν, με αφαιρετικό τρόπο, οι τραγικές ιστορίες του Ζακ (Κωστόπουλου), του Αλέξη (Γρηγορόπουλου), του Σαχζάτ (Λουκμάν), του Αντώνη (Καρυώτη) και του Βαγγέλη (Γιακουμάκη).
Θέατρο-ντοκουμέντο, η παράσταση “Ανδρείκελα”, βασίζεται στη σωματική έκφραση των ηθοποιών. Μια από τις πιο σκοτεινές όψεις της τελευταίας δεκαπενταετίας φωτίζεται σε 60 λεπτά μέσα από τα λόγια και την κίνηση θυμάτων της καταστροφικής παντοδυναμίας αντρών που μισούν τη διαφορετικότητα και την ευαλωτότητα, αλλά, επίσης, της μοιραίας απάθειας των γύρω που γίνονται μάρτυρες εγκλήματος χωρίς να παρεμβαίνουν. Ο Σπύρος Στεριάδης, σκηνοθέτης και ηθοποιός, εξηγεί ποιο είναι το αόρατο νήμα που συνδέει τα θύματα, τους θύτες και τους παρατηρητές μεταξύ τους.

Όσοι είδαν τα «Ανδρείκελα» εντυπωσιάστηκαν από την επιλογή των πέντε ιστοριών που παρουσιάζονται στην παράσταση. Τι αλήθεια συνδέει τον Ζακ Κωστόπουλο με τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, τον Αντώνη Καρυώτη, τον Σαχζάτ Λουκμάν και τον Βαγγέλη Γιακουμάκη;
Τα πέντε πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους αφενός μέσω του απρόσμενου και βάναυσου θανάτου τους, αφετέρου μέσω της αιτίας που οδήγησε στον θάνατό τους. Οι πέντε άνδρες έχασαν τη ζωή τους γιατί το στερεότυπο για την ταυτότητα του καθενός τους θεωρήθηκε επαρκής λόγος για τον φόνο τους. Ο ΛΟΑΤΚΙ, το αλητόπαιδο των Εξαρχείων, ο νοητικά υστερημένος, ο μετανάστης, ο συνεσταλμένος είναι παρείσακτοι και οι ζωές τους αξίζουν λιγότερο. Λιγότερο από εκείνες των θυτών τους, οι οποίοι άλλωστε σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις «έπεσαν στα μαλακά» του συστήματος δικαιοσύνης μιας κοινωνίας που δεν έχει μάθει να δέχεται τις αποκλίσεις.
Μήπως τελικά αυτό το αόρατο νήμα που περιγράφετε συνδέει περισσότερο τους θύτες παρά τα θύματα;
Το κοινό στοιχείο των θυμάτων είναι ότι η ταυτότητά τους εκλαμβάνεται ως μειονέκτημα, αν όχι ως μίασμα, από έναν συγκεκριμένο τύπο ατόμου που δεν διστάζει να εγκληματήσει. Υπό την έννοια αυτή, οι θύτες μοιράζονται την ίδια πρόθεση και την ίδια περιφρόνηση στην αξία του ανθρώπου. Καθένας τους θα μπορούσε εύκολα να έχει δολοφονήσει οποιοδήποτε από τα πέντε θύματα, γιατί πίσω από την πράξη τους βρίσκεται το μίσος τους για την όποια διαφορετικότητα και η ευκολία καταπάτησης κάθε κανόνα και κάθε έννοιας δικαίου. Και μάλιστα υπό την ανοχή μιας κοινωνίας που δείχνει να τους φοβάται.
Και στις πέντε ιστορίες υπάρχουν, έστω και υπαινικτικά, αόρατοι και σιωπηλοί απαθείς παρατηρητές, έτσι δεν είναι;
Τα θύματα της ταυτοτικής βίας βιώνουν πολύ συχνά αυτό το αίσθημα περιθωριοποίησης από μια σιωπηλή πλειοψηφία που μπορεί να μην εκδηλώνει βία εναντίον τους, όμως δεν κάνει το παραμικρό για τους προστατέψει από εκείνους που είναι έτοιμοι να ασκήσουν βία. Ένας διευθυντής σχολείου, οι περίοικοι στα μπαλκόνια, οι κολλητοί σε μια παρέα, όλοι είναι πιθανό να προτιμήσουν να «μην μπλεχτούν» σε μια σκηνή βίας. Αυτή η ανοχή προδίδει άλλοτε φόβο και άλλοτε -ακόμα χειρότερα- αδιαφορία. Ο πόλεμος με αυτήν την αδιαφορία είναι ο κρισιμότερος. Αν σε μια ιστορία βίας κάποιος βρεθεί να φωνάξει ή να μπει ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, τότε μια ανθρώπινη ψυχή ίσως σωθεί. Η ενεργοποίηση των εκάστοτε παρισταμένων σε μια σκηνή βία είναι το πιο κομβικό στοιχείο για την καταπολέμηση της βίας.
Έχετε ασχοληθεί ξανά τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως ηθοποιός με τη βία. Γιατί; Υπάρχει κάποιο δικό σας τραυματικό βίωμα;
Έβλεπα πάντα το θέατρο ως ένα όχημα ενεργοποίησης. Μια παράσταση μπορεί να λειτουργήσει ως ερέθισμα που θα παρέχει στον θεατή τον χώρο και τον χρόνο προσωπικής διαπραγμάτευσης με το περιβάλλον του και τελικά την κοινωνία. Τοποθετώντας στο κέντρο μιας παράστασης λοιπόν τη βία, νιώθω ότι είμαι χρήσιμος και παραγωγικός για τον θεατή. Λέμε συχνά ότι ο καλλιτέχνης βγάζει τον εαυτό σου στην τέχνη του, κάτι που είναι βάσιμο φυσικά. Όμως ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι και κοινωνικά χρήσιμος, ακριβώς γιατί έχει τον τρόπο να ενεργοποιεί χωρίς να υπαγορεύει σκέψεις και πρακτικές. Η καταπολέμηση της βίας είναι σαφέστατα μεταξύ εκείνων των θεμάτων που ένας καλλιτέχνης οφείλει να ακουμπά.
Επιμένετε στη σωματική έκφραση των ηθοποιών. Στην παράσταση περισσότερα λέγονται με κινήσεις και βλέμματα παρά με λέξεις. Πώς ερμηνεύεται αυτή η επιλογή;
Πιστεύω πως το σώμα απαιτείται να έχει τον δικό του ισότιμο ρόλο -απέναντι στο κείμενο μιας παράστασης- για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί οι τεχνικές του σώματος δεσμεύουν την ενέργεια του ηθοποιού σε καθαρή κατάσταση, καθιστούν το σώμα θεατρικώς «πιστευτό» και τελικά κερδίζουν την προσοχή του θεατή, πριν καν ακουστεί οποιοδήποτε λεκτικό μήνυμα. Δεύτερον, γιατί μια χειρονομία μπορεί να εκφράζει κάποιες φορές συναίσθημα, επιθυμία ή και αξία που δεν μπορεί να εκδηλωθεί με άλλον τρόπο. Πιστεύω ότι σε μια θεατρική παράσταση το κοινό προσέχει πάρα πολύ τα μάτια των ηθοποιών, για αυτό τα μάτια του ηθοποιού πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν ολοκληρωτικά στο παίξιμο του. Ο ηθοποιός πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση τι κάνουν τα μάτια του για να παίξει καλά. Αν παρακολουθήσουμε τη γραμμή του βλέμματος του ηθοποιού, θα συνειδητοποιήσουμε πως ο ηθοποιός προσηλώνεται σε ένα σημείο που μπορεί να είναι κενό. Αυτό δεν αφαιρεί από το βλέμμα την πυκνότητα του, αντίθετα μάλιστα βοηθάει να κατασκευαστεί ένας συγκεκριμένος χώρος για τον θεατή και να ζωντανέψει σε αυτόν πρόσωπα, που είναι παρόντα στην ιστορία αλλά είναι απόντα επάνω στη σκηνή. Πιστεύω ότι το συμπαγές βλέμμα του ηθοποιού δίνει την δυνατότητα στον θεατή να παρακολουθεί τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό κόσμο του ηθοποιού.



Προτεινόμενα άρθρα
27.07.2026 | 13:29
27.07.2026 | 11:29
27.07.2026 | 08:00






