Σκάνδαλο πολεοδομιών και αυτοδιοίκηση: Η επιτελική ενορχήστρωση της διαφθοράς
του Απόστολου Ι. Παπατόλιας*
Το πρόσφατο «σκάνδαλο των Πολεοδομιών» και οι παραιτήσεις των Γενικών Γραμματέων του ΥΠΕΝ και του ΥΠΠΟ έφεραν ξανά στο φως τις γνωστές παθογένειες στη λειτουργία των πολεοδομικών υπηρεσιών στη χώρα, ενώ αναζωπύρωσαν και τον δημόσιο διάλογο για τη συσχέτιση των φαινομένων διαφθοράς με τις θεσμικές και λειτουργικές προδιαγραφές του Κεντρικού Κράτους και της Αυτοδιοίκησης. Οι αθέμιτες συναλλαγές για τον χαρακτηρισμό κτηρίων ως αυθαιρέτων, το κούρεμα προστίμων ή την επίσπευση αδειοδοτήσεων με τη συμμετοχή υπηρεσιακών ή άλλων εμπλεκόμενων παραγόντων, ανέδειξαν δύο κρίσιμες πτυχές των πρακτικών διαφθοράς, που αποτελούν συγχρόνως συστατικά στοιχεία και βασικές προϋποθέσεις της εκδήλωσής τους: α) Την υποστελέχωση των «Υπηρεσιών Δόμησης» (ΥΔΟΜ), που συνδέεται με τα μειωμένα κίνητρα των μηχανικών να επιλέξουν την απασχόληση στο Δημόσιο. β) Την πολύχρονη παραμονή των ίδιων προσώπων σε κομβικές θέσεις ευθύνης χωρίς κανένα ουσιαστικό έλεγχο πεπραγμένων, ιδίως δε στα συλλογικά γνωμοδοτικά όργανα, που χορηγούν, μεταξύ άλλων, εγκρίσεις ή προεγκρίσεις σε συγκεκριμένα πεδία πολεοδόμησης.
Η έλλειψη υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ Μηχανικών (κατά βάση Αρχιτέκτονες, Πολιτικοί Μηχανικοί, Τοπογράφοι και Μηχανολόγοι) αποτελεί τη βασική αιτία της υποστελέχωσης και της απουσίας εναλλαγής υπηρεσιακών στελεχών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Σημειωτέον ότι οι ΥΔΟΜ, παρότι η έκδοση οικοδομικών αδειών έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια στην ευθύνη των ιδιωτών μηχανικών, διατηρούν σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες πολεοδόμησης, στον βαθμό που συνεχίζουν να εγκρίνουν τους όρους δόμησης και να χορηγούν προεγκρίσεις οικοδομικών αδειών.
Η Ετήσια Έκθεση του ΑΣΕΠ επισημαίνει εμφατικά ότι στον κλάδο ΠΕ Μηχανικών είναι συχνό το φαινόμενο οι υποψήφιοι να μην αποδέχονται τον διορισμό τους, με αποτέλεσμα οι θέσεις να μένουν κενές, παρά τις επανειλημμένες προκηρύξεις. Ο κύριος λόγος των αρνήσεων είναι ότι πρόκειται για υποαμειβόμενες θέσεις συγκριτικά με τις αντίστοιχες απολαβές των ελεύθερων επαγγελματιών αλλά και τις σημαντικές ευθύνες που αναλαμβάνουν. Επομένως, εάν η Διοίκηση θέλει να προσελκύσει υπαλλήλους του κλάδου, είναι αναγκαίο να επινοήσει και να εφαρμόσει νέα κίνητρα προσέλκυσης είτε μισθολογικά είτε θεσμικά, όπως η διατήρηση παράλληλης επαγγελματικής ενασχόλησης, παρακάμπτοντας τις σχετικές ισχυρές αντιδράσεις, συντεχνιακές και μη.
Εξίσου σημαντικό είναι και το ζήτημα της προκλητικής συνεχούς παράτασης κατά την τελευταία εξαετία των θητειών στα κρίσιμα γνωμοδοτικά όργανα της πολεοδόμησης (Συμβούλια Αρχιτεκτονικής, ΚΕ.ΣΑ, ΣΥΠΟΘΑ), για τα οποία δεν θα υπερβάλλουμε εάν παρατηρήσουμε ότι στην πράξη λειτούργησαν σαν αυθεντικά «φυτώρια» ή «φροντιστήρια διαφθοράς». Τα αρμόδια Υπουργεία, των οποίων οι (παραιτηθέντες) Γενικοί Γραμματείς προήδρευαν σε κρίσιμα κεντρικά γνωμοδοτικά συμβούλια, γνώριζαν το πρόβλημα αυτό, αλλά τηρούν μέχρι σήμερα αιδήμονα σιωπή.
Περαιτέρω, έχει τη σημασία του ότι το σκάνδαλο αναδεικνύεται σε μία περίοδο που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η αντιπαράθεση για το μέλλον των Υπηρεσιών Δόμησης μεταξύ Κυβέρνησης και Αυτοδιοίκησης (ΚΕΔΕ). Η κυβερνητική πλευρά προωθεί τη μεταφορά των ΥΔΟΜ από τους Δήμους στο Κτηματολόγιο (ΝΠΙΔ σήμερα), προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις και οι ελλείψεις προσωπικού, αλλά και να ομογενοποιηθεί η εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας. Υπέρ της μεταφοράς των αρμοδιοτήτων σε έναν ενιαίο κρατικό φορέα έχει τοποθετηθεί και το ΤΕΕ, με το επιχείρημα ότι η ισχύουσα αποσπασματική λειτουργία των πολεοδομιών δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, ενώ η συγκέντρωση των εξουσιών συμβάλλει στην εφαρμογή κοινών κανόνων, στη βελτίωση της διαφάνειας και στην επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης.
Η ΚΕΔΕ, από την πλευρά της, έχει εκφράσει την αντίθεσή στην αφαίρεση των αρμοδιοτήτων από τους Δήμους, υποστηρίζοντας ότι τα φαινόμενα διαφθοράς ανάγονται πρωτίστως στο λειτουργικό καθεστώς των πολεοδομιών και τις σχέσεις εξάρτησης που αυτές έχουν αναπτύξει με το αρμόδιο Υπουργείο (ΥΠΕΝ). Επισημαίνεται, έτσι, κάτι ευρύτερα γνωστό που παρασιωπάται στην κυβερνητική ρητορική: ότι οι ΥΔΟΜ εφαρμόζουν το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει η κεντρική διοίκηση με σειρά κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων, ενώ οι δήμαρχοι δεν εμπλέκονται ευθέως στην έκδοση πολεοδομικών αποφάσεων. Επίσης, στο μέτρο που σημαντικό μέρος της πολεοδομικής διαδικασίας διεκπεραιώνεται ψηφιακά από ιδιώτες μηχανικούς μέσω επίσημων ψηφιακών συστημάτων (e-Άδειες, e-Πολεοδομία), η αναζήτηση ευθυνών όσον αφορά την πρόκληση και τη διαιώνιση φαινομένων διαφθοράς θα πρέπει να συμπεριλάβει αναγκαστικά και τους επαγγελματικούς φορείς των μηχανικών. Εξάλλου, στο πλαίσιο της ψηφιακής διεκπεραίωσης και της ιδιότυπης «ιδιωτικοποίησης» της πολεοδόμησης που ισχύει σήμερα, η συμμετοχή των δημοτικών υπηρεσιών στις πολεοδομικές διαδικασίες είναι αισθητά περιορισμένη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Όπερ σημαίνει ότι το ισχύον μοντέλο, στο οποίο ιδιώτες μηχανικοί αναλαμβάνουν δημόσιες λειτουργίες, (όπως πχ. οι Ελεγκτές Δόμησης που αντικατέστησαν την παλαιά ελεγκτική γραφειοκρατία), δείχνει πλέον τα όριά του, καθώς παρουσιάζεται ανίσχυρο να περιφρουρήσει τη νομιμότητα και τη διαφάνεια της πολεοδόμησης. Η διαφθορά βρίσκει τρόπο να προσαρμόζεται στο περιβάλλον της ψηφιοποίησης, καθώς οι θεσμικές και λειτουργικές αδυναμίες του συστήματος (πολυνομία, ασάφεια, υποστελέχωση, πελατειακή παράταση θητειών) ενθαρρύνουν συνδυαστικά τις αθέμιτες συναλλαγές. Παρά τις δήθεν ακλόνητες εγγυήσεις των ψηφιακών εργαλείων (e-adeies, Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, Ενιαίος Ψηφιακός Χάρτης) και τις διαβεβαιώσεις ότι η πολεοδομική διαδικασία είναι πλέον θωρακισμένη απέναντι στις αυθαιρεσίες με αυστηρούς ψηφιακούς οδηγούς (check-lists) και πραγματικά ανεξάρτητους ελέγχους, το πάρτυ της διαφθοράς συνεχίζεται αμείωτο κα μάλισται σε πολύ πιο οργανωμένη (εγκληματικά) βάση.
Τέλος, ο βολικός μύθος ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση παρουσιάζει μια φυσική ροπή στη διαφθορά σε σχέση με υπηρεσίες του Κεντρικού Κράτους καταρρέει και αυτός. Τα πρόσφατα σκάνδαλα φανέρωσαν ότι η διαφθορά εκδηλώνεται μεν σε τοπικό αλλά ενορχηστρώνεται και συντονίζεται σε κεντρικό επίπεδο. Πρόκειται για «πολυεπίπεδη διαφθορά» που ακολουθεί τις εξελίξεις της «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης». Περιπτώσεις της λεγόμενης «διαχρονικής» διαφθοράς, όπως πχ. στον ΟΠΕΚΕΠΕ, μακροημέρευσαν ακριβώς επειδή διέθεταν ενιαίο κέντρο συντονισμού και εξελίσσονταν αθόρυβα «κάτω απ’ τη μύτη» των υπουργών. Η δήθεν μεταρρύθμιση της μεταφοράς των ΥΔΟΜ στον «Εθνικό Οργανισμό Κτηματολογίου και Ελέγχου Δόμησης», μια καθετοποιημένη και επαρκώς στελεχωμένη δομή, δεν θα περιορίσει τις εστίες διαφθοράς. Αντιθέτως, θα νομιμοποιήσει την ήδη υφιστάμενη «καθετοποίηση της διαφθοράς» και θα ενισχύσει τον επιτελικό συντονισμό της.
Την ίδια ώρα η πολυδιαφημισμένη Εθνική Αρχή Διαφάνειας, η οποία κατά το άρθρο 19 του Οργανισμού της, έχει ως βασική αρμοδιότητα τη διερεύνηση πληροφοριών και τη διενέργεια ελέγχων σε θέματα πολεοδομίας, συνεχίζει να σφυρίζει αδιάφορα, θυμίζοντας σε όλους μας πόσο επιτακτική είναι πλέον η ανάγκη για μια ριζική αναδιάταξη των κεντρικών μηχανισμών ελέγχου της διαφθοράς στη χώρα μας.
*

Προτεινόμενα άρθρα
18.06.2026 | 09:56





