blackrock-καμπάνακι-για-παγκόσμια-ύφεση-αν-1562925
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | 25.03.2026 | 16:18

Blackrock: “Καμπάνακι” για παγκόσμια ύφεση αν το πετρέλαιο φτάσει στα 150 δολάρια

Τις εκτιμήσεις του για το ενδεχόμενο της εκτίναξης τιμής του πετρελαίου στα 150 δολάρια το βαρέλι μοιράστηκε μιλώντας στο BBC ο Λάρι Φινκ, επικεφαλής της Blackrock, στο φόντο της υψηλής γεωπολίτικης έντασης στη Μέση Ανατολή.

Συγκεκριμένα, ο κ. Φινκ προειδοποίησε πως αν η τιμή του πετρελαίου αγγίξει τα 150 δολάρια το βαρέλι, θα μπορούσε να πυροδοτηθεί μια βαθιά παγκόσμια ύφεση, με σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και το βιοτικό επίπεδο.

Ο Λάρι Φινκ, που ηγείται του μεγαλύτερου διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως, ανέφερε ότι αν το Ιράν «παραμείνει απειλή» και οι τιμές της ενέργειας διατηρηθούν υψηλές, αυτό θα έχει «βαθιές επιπτώσεις» στην παγκόσμια οικονομία.

Σε μια εκτενή αποκλειστική συνέντευξη, απέρριψε επίσης την άποψη ότι υπάρχει «φούσκα» στην τεχνητή νοημοσύνη, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η νέα τεχνολογία οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να επιλέγουν πανεπιστημιακές σπουδές, ενώ λιγότεροι στρέφονται στην τεχνική εκπαίδευση.

Η BlackRock αποτελεί έναν χρηματοοικονομικό γίγαντα, διαχειριζόμενη περιουσιακά στοιχεία αξίας 14 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (10,5 τρισ. λιρών) και είναι ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές σε πολλές από τις κορυφαίες εταιρείες παγκοσμίως.

Το μέγεθος και η παρουσία της δίνουν στον Φινκ, έναν από τους οκτώ συνιδρυτές της εταιρείας που ιδρύθηκε το 1988, μια μοναδική εικόνα για την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις στο κόστος της ενέργειας.

Ο ίδιος εκτιμά ότι είναι ακόμη νωρίς για να προσδιοριστεί η τελική έκταση και έκβαση της σύγκρουσης, ωστόσο θεωρεί ότι υπάρχουν δύο ακραία σενάρια.

Ποια είναι τα δύο ακραία σενάρια

Στο πρώτο, εάν η ένταση εκτονωθεί και το Ιράν καταστεί εκ νέου αποδεκτό από τη διεθνή κοινότητα, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να υποχωρήσουν σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα πριν από τον πόλεμο.

Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιεί ότι μπορεί να υπάρξουν «χρόνια με τιμές άνω των 100 δολαρίων, κοντά στα 150», γεγονός που θα έχει «βαθιές επιπτώσεις στην οικονομία» και θα οδηγήσει πιθανότατα σε «μια έντονη και βαθιά ύφεση».

Η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει οδηγήσει ορισμένους στο Ηνωμένο Βασίλειο να υποστηρίζουν ότι η χώρα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Την Τρίτη, ο κλαδικός φορέας Offshore Energies UK προειδοποίησε ότι χωρίς ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, η χώρα κινδυνεύει να εξαρτηθεί από εισαγωγές «σε μια περίοδο αυξανόμενης παγκόσμιας αστάθειας».

Ο Φινκ τονίζει ότι οι χώρες πρέπει να είναι ρεαλιστικές ως προς το ενεργειακό τους μείγμα, αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές, με βασικό στόχο τη διασφάλιση φθηνής ενέργειας που θα στηρίξει την ανάπτυξη και θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο.

«Η άνοδος των τιμών της ενέργειας λειτουργεί ως ένας ιδιαίτερα άδικος φόρος. Πλήττει περισσότερο τους φτωχούς από τους πλούσιους».

Παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει ήδη ανανεώσιμες πηγές όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, καθώς και υδρογονάνθρακες, ο ίδιος σημειώνει ότι εάν οι τιμές του πετρελαίου φτάσουν τα 150 δολάρια για τρία ή τέσσερα χρόνια, «θα δούμε πολλές χώρες να στρέφονται πολύ γρήγορα προς την ηλιακή και ίσως και την αιολική ενέργεια».

Οι χώρες, υπογραμμίζει, δεν θα πρέπει να βασίζονται σε μία μόνο πηγή ενέργειας.

«Να αξιοποιείτε ό,τι έχετε, αλλά ταυτόχρονα να προχωράτε δυναμικά και σε εναλλακτικές πηγές».

«Καμία ομοιότητα με το 2007-08»

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι υπάρχουν ομοιότητες με την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08.

Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται ραγδαία και έχουν καταγραφεί ενδείξεις πιέσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ίδια η BlackRock συγκαταλέγεται μεταξύ των εταιρειών που έχουν περιορίσει τις αναλήψεις από επενδυτές σε ορισμένα ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια.

Ωστόσο, ο Φινκ απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο επανάληψης μιας αντίστοιχης κρίσης, εκτιμώντας ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι σήμερα πιο ισχυρά.

«Δεν βλέπω καμία απολύτως ομοιότητα», τονίζει. «Καμία».

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ορισμένα κεφάλαια αφορούν ένα μικρό μέρος της συνολικής αγοράς, ενώ οι επενδύσεις από θεσμικούς επενδυτές παραμένουν ισχυρές.

Ο ίδιος απορρίπτει επίσης τις εκτιμήσεις περί «φούσκας» στην τεχνητή νοημοσύνη, παρά τις τεράστιες επενδύσεις που έχουν γίνει στον τομέα.

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει φούσκα», σημειώνει.

«Μπορεί να υπάρξουν μία ή δύο αποτυχίες στην τεχνητή νοημοσύνη; Βεβαίως, και αυτό είναι αποδεκτό».

Πέρυσι, η BlackRock συμμετείχε σε κοινοπραξία που εξαγόρασε έναν από τους μεγαλύτερους παρόχους data centers παγκοσμίως, την Aligned Data Centres, σε συμφωνία ύψους 40 δισ. δολαρίων.

«Πιστεύω ότι υπάρχει μια μάχη για την τεχνολογική κυριαρχία. Αν δεν επενδύσουμε περισσότερο, η Κίνα θα επικρατήσει. Είναι επιτακτικό να ενισχύσουμε δυναμικά τις δυνατότητές μας στην τεχνητή νοημοσύνη».

Κατά τον ίδιο, το βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Ενώ η Κίνα επενδύει σημαντικά στην ηλιακή και πυρηνική ενέργεια, στην Ευρώπη «βλέπω πολλή συζήτηση και καμία δράση», ενώ στις ΗΠΑ «παρότι είμαστε ενεργειακά ανεξάρτητοι, πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο στην ηλιακή ενέργεια… γιατί χρειαζόμαστε φθηνή ενέργεια για να προχωρήσουμε στην τεχνητή νοημοσύνη».

«Η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας για υδραυλικούς και ηλεκτρολόγους»

Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, στην ετήσια επιστολή του προς τους μετόχους, ο Φινκ προειδοποίησε ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να διευρύνει τις ανισότητες, καθώς τα οφέλη θα καρπωθεί ένας περιορισμένος αριθμός εταιρειών και επενδυτών.

Η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει «τεράστιο αριθμό θέσεων εργασίας»

Ωστόσο, μιλώντας στο BBC, υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει «τεράστιο αριθμό θέσεων εργασίας».

Όπως είπε, στην επιστολή του αναφέρθηκε στις νέες θέσεις που θα προκύψουν «σε επαγγέλματα όπως ηλεκτρολόγοι, συγκολλητές και υδραυλικοί».

Αντίθετα, η ζήτηση για ορισμένες θέσεις γραφείου ενδέχεται να μειωθεί, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επαναξιολόγηση των επαγγελματικών επιλογών, καθώς «η κοινωνία αλλάζει και εξελίσσεται».

«Έχουμε δώσει αξία σε πολλά επαγγέλματα και σε πολλούς ανθρώπους που πιθανώς δεν θα έπρεπε να είχαν στραφεί στον τραπεζικό τομέα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη νομική, αλλά θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικοί τεχνίτες. Πρέπει να επανεξετάσουμε αυτή την προσέγγιση».

Στις ΗΠΑ, σημειώνει, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο «χτίσαμε το εκπαιδευτικό σύστημα λέγοντας στους νέους να πάνε στο πανεπιστήμιο. Και ίσως το παρακάναμε».

«Πρέπει να υπάρξει ισορροπία και να αναγνωρίσουμε ότι μια καριέρα σε επαγγέλματα όπως η υδραυλική ή οι ηλεκτρολογικές εργασίες μπορεί να είναι εξίσου σημαντική».