παραίτηση-βόμβα-δικαστή-αρνούμαι-να-1099924
ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 21.02.2026 | 13:14

Παραίτηση-βόμβα δικαστή: «Αρνούμαι να υπηρετώ μια δικαιοσύνη που νοσεί»

Ως «μαύρη ημέρα για τη Δικαιοσύνη» σχολιάστηκε από πολλούς η αιφνιδιαστική παραίτηση του εφέτη Γιάννη Ευαγγελάτου. Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο δικαστικός λειτουργός κάνει λόγο για μια «Δικαιοσύνη που νοσεί», τονίζοντας πως η ανοχή απέναντι σε παθογένειες ισοδυναμεί με συνενοχή.

Ο ανώτερος δικαστικός θέτει το ερώτημα «πόσο δίκαιη μπορεί να είναι σήμερα μία δίκη;» και σημειώνει ότι, κατά τη διάρκεια της πορείας του, βρέθηκε πολλές φορές να αναρωτιέται αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές – «Δικαστές με Δ κεφαλαίο», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Αναλυτικά η ανάρτησή του

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ
Έφτασα, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής, νωρίτερα από το αναμενόμενο και, ίσως για όσους δεν με ξέρουν, κάπως αιφνίδια, αλλά σίγουρα ύστερα από ένα γεμάτο ταξίδι…
Αναπόφευκτα, ο νους επιστρέφει στην αρχή, όταν εισήλθα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πίστευα ότι θα γινόμουν λειτουργός της Δικαιοσύνης, ότι θα απονέμω το Δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή μου. Το Δίκαιο, όχι με τη στενή έννοια της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά ως ζώσα δύναμη. Όλοι οι Δικαστές, έχω την αίσθηση, είχαμε στην αρχή κάποια όνειρα για τη Δικαιοσύνη, που στη συνέχεια τα λησμονήσαμε. Σαν να ρίξαμε άγκυρα στα όνειρά μας μόλις συναντήσαμε την καθημερινότητα, τον υπερβολικό φόρτο, την πίεση της ποσότητας σε βάρος της ποιότητας και τις άθλιες συνθήκες εργασίας στα δικαστικά «μέγαρα».
Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές. Δικαστές με «Δ» κεφαλαίο. Δικαστές, που δεν συμπεριφέρονται αλαζονικά και απαξιωτικά στους δικηγόρους, αντιμετωπίζοντάς τους ως αντιπάλους και όχι ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης… Δικαστές, που βλέπουν τους δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου και όχι ως υποτακτικούς τους… Δικαστές, που απονέμουν το Δίκαιο και δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις… Δικαστές, που νιώθουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου … Δικαστές απαλλαγμένους από ναρκισσισμό και εγωπάθεια, που δεν θεωρούν ότι κατέχουν το αλάθητο του Πάπα… Δικαστές που μάχονται να βρουν την Αλήθεια και δεν ασπάζονται την τυπολατρία και την αυθαιρεσία… Δικαστές που μετατρέπουν την αγωνία και τα προβλήματα του πολίτη σε δικό τους αγώνα και προβληματισμό…
Υπηρέτησα περισσότερο από είκοσι χρόνια, σε οκτώ Δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια και σχημάτισα την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν τέτοιοι Δικαστές στην Ελλάδα. Και είναι πάρα πολλοί! Αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών. Ωστόσο, τα λόγια τους πνίγονται από τις κραυγές των λίγων, οι οποίοι όχι μόνο συνεχίζουν να επιβιώνουν, αλλά και κυριαρχούν, καθώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα. Ως πότε όμως; Ως πότε οι πολλοί Δικαστές θα χρεώνονται την αδιαφορία, την αναλγησία, την ανικανότητα, την ευθυνοφοβία των λίγων;
Ως πότε θα ανέχονται να πλήττει, να προσβάλλει, να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αυτή η θλιβερή μειοψηφία; Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης; Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη, όταν ο Δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος αναλογεί στον κάθε κατηγορούμενο στις πολυπρόσωπες δίκες; Πόσες φορές πρέπει να προσέρχονται τα θύματα στα δικαστήρια μέχρι να διεξαχθεί η δίκη τους; Πώς γίνεται να εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων δραστών, χωρίς την παρουσία επιμελητών ανηλίκων; Για πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης στο φιλότιμο ορισμένων λειτουργών της; Και, εν τέλει, είναι επαρκώς θωρακισμένοι οι Δικαστές για να αποκρούουν τα βέλη που στρέφονται, από κάθε κατεύθυνση, κατά της ανεξαρτησίας τους;
Το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» έχει αξία και εφαρμογή σε μια ιδανική πολιτεία, που όλα λειτουργούν άψογα. Τότε, πράγματι, οι Δικαστές δεν θα είχαν λόγο να μιλούν… Όχι, όμως, τώρα που η Δικαιοσύνη νοσεί! Τώρα η ανοχή είναι συνενοχή! Όλοι μας φέρουμε μερίδιο ευθύνης για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη. Όλοι μας φταίμε που το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη μετατρέπεται σε πεδίο άγονης αντιπαράθεσης, όπου μόνο από τύχη ή σύμπτωση μπορείς να βρεις το δίκιο σου και μάλιστα με τον κίνδυνο να είναι ήδη αργά, αφού το δίκαιο, ως αγαθό, πρέπει να απονέμεται άμεσα, κάτι που σπάνια συμβαίνει…
Για να ανατείλει ξανά ο ήλιος της Δικαιοσύνης «θέλει δουλειά πολλή» και ίσως χρειάζεται να «καώ εγώ, να καείς εσύ, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη», όχι ως πράξη αυτοθυσίας, αλλά ως έμπρακτη δήλωση αυτοσεβασμού και ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ και ως απόφαση να μη συμβιβαστείς με το ελάχιστο, όταν οφείλεις το μέγιστο.
Όσοι αγάπησαν αυτό το λειτούργημα και όσοι το υπηρέτησαν με σθένος και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρίσκονται πλέον, δεν πρέπει να το αφήσουν άλλο να ολισθαίνει. Άλλωστε, το Δίκαιο, δεν είναι απλώς μια στείρα γνώση. Είναι κάτι που είτε το έχεις μέσα σου είτε όχι! Αν το έχεις, δεν μπορείς να το στερηθείς ποτέ, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το είναι σου. Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, όπου κι αν σταθείς, θα είναι πάντα μαζί σου, αφού ό,τι είναι αληθινό είναι και παντοτινό. Και στο τέλος κάθε ημέρας, θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος μόνο αν μπορείς να απαντάς καταφατικά στο ερώτημα : «Αποδόθηκε Δικαιοσύνη;»
Γιάννης Ευαγγελάτος
τέως δικαστικός λειτουργός

Επίκληση στον Ρίτσο

«…αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο».

Με αυτούς τους εμβληματικούς στίχους από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου επέλεξε να προλογίσει το τέλος της δικαστικής του διαδρομής ο Εφέτης Γιάννης Ευαγγελάτος. Η είδηση της παραίτησής του, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16ης Φεβρουαρίου), έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στους νομικούς κύκλους της Κρήτης και ολόκληρης της χώρας, προκαλώντας πλήθος ερωτηματικών για τα αίτια που οδήγησαν έναν από τους πλέον αξιόλογους λειτουργούς της Θέμιδας στην έξοδο.

Το χρονικό μιας απόφασης με «βαθύ» παρασκήνιο

Η παραίτηση είχε υποβληθεί από τις 18 Ιανουαρίου, όμως η επισημοποίησή της τώρα φέρνει στην επιφάνεια μια πικρή αλήθεια. Για όσους γνώριζαν τον κ. Ευαγγελάτο, το ήθος και την επιστημονική του κατάρτιση, είναι σαφές ότι η απόφαση αυτή δεν λήφθηκε ελαφρά τη καρδία, ούτε ήταν αποτέλεσμα φόρτου εργασίας. Οι αινιγματικές αναφορές του και η επιλογή των στίχων του Ρίτσου φωτογραφίζουν έναν άνθρωπο που έφτασε στο «αμήν», αρνούμενος να συμβιβαστεί με καταστάσεις που έθιγαν την αξιοπρέπειά του και την προσήλωσή του στο δίκαιο.

Ένας δικαστής με «ανθρώπινο πρόσωπο»

Ο Γιάννης Ευαγγελάτος δεν υπήρξε ποτέ ένας «αποστειρωμένος» δικαστής κλεισμένος σε ένα γραφείο. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ειδικά στην Κρήτη και ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Λασιθίου, άφησε ισχυρό αποτύπωμα, κερδίζοντας τον σεβασμό όχι μόνο των συναδέλφων του αλλά και της τοπικής κοινωνίας.

Η ευαισθησία του είχε εκφραστεί επανειλημμένα και μέσα από το συγγραφικό του έργο. Στο βιβλίο του «ΑΘΩΟΣ, με όλα τα γράμματα κεφαλαία», είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Όταν ένας αθώος καταδικάζεται και μπαίνει άδικα στη φυλακή, δεν είναι σφάλμα. Είναι έγκλημα!». Αυτή η βαθιά πίστη στην προστασία του πολίτη από τις δικαστικές πλάνες φαίνεται πως ήταν ο φάρος της πορείας του μέχρι την τελευταία στιγμή.

Κύμα συμπαράστασης και «μαύρη μέρα» για τη Δικαιοσύνη

Οι αντιδράσεις στο άκουσμα της παραίτησης είναι καταιγιστικές. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στους νομικούς κύκλους, δεκάδες μηνύματα μιλούν για μια «μαύρη μέρα για τη Δικαιοσύνη».

«Πραγματικό πλήγμα! Όταν το σύστημα δεν μπορεί να κρατήσει τέτοιους λειτουργούς, τότε βγαίνει η ίδια η Δικαιοσύνη χαμένη», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας συνάδελφός του.

«Τα αξιώματα δεν έχουν αξία μπροστά στην καθαρή συνείδηση», σημειώνει πολίτης που τον γνώρισε από τη θητεία του στο Λασίθι.

Η παραίτηση του Γιάννη Ευαγγελάτου δεν είναι απλώς μια διοικητική πράξη. Είναι μια πράξη διαμαρτυρίας που αφήνει πίσω της ένα κενό δυσαναπλήρωτο και μια σειρά από αναπάντητα ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον του δικαστικού σώματος στην Ελλάδα. Ο ίδιος, επιλέγοντας τον δρόμο της αξιοπρέπειας, αποχωρεί με το κεφάλι ψηλά, αφήνοντας το έργο και τη στάση του ως παρακαταθήκη.