Η αθέατη πλευρά του «καρτέλ των λουκουμάδων»
Σύμφωνα με πρόσφατη διάταξη της Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, φαίνεται να αναπτύχθηκε προσφάτως κύκλωμα εγκληματικής οργάνωσης που σχετίζεται με τη δραστηριοποίηση πλανόδιων πωλητών λουκουμά και το οποίο φέρεται να δρούσε στην Παραλία Πιερίας.
Παρόμοια υπόθεση είχε προξενήσει και στο παρελθόν το ενδιαφέρον, όταν το 2022 είχε εξαρθρωθεί εγκληματική ομάδα στην οποία εμπλέκονταν 12 άτομα τα οποία είχαν υπό τον έλεγχο τους τα σημεία πώλησης λουκουμάδων σε δημοφιλείς παραλίες της Σιθωνίας, στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής.
Πλέον, στο επίκεντρο βρίσκονται δύο πρόσωπα, σε βάρος των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία για οργάνωση εγκληματικής ομάδας και εκβιασμούς κατ’ εξακολούθηση. Ενας ημεδαπός, κάτοικος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, και ένας Γεωργιανός, κάτοικος Κορδελιού Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο ένας εκ των κατηγορουμένων φέρεται ότι είχε συγκροτήσει και θέσει σε λειτουργία μια οργανωμένη ομάδα, η οποία κινούνταν μεθοδικά σε παραλιακές περιοχές, προσεγγίζοντας πλανόδιους πωλητές λουκουμάδων και επιβάλλοντας την καταβολή χρηματικών ποσών ως προϋπόθεση για να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους.
Η πρακτική αυτή δεν παρουσιαζόταν ως απλή «διευκόλυνση», αλλά ως σαφής απαίτηση, με τους πωλητές να καλούνται να πληρώνουν για να εξασφαλίσουν ένα άτυπο καθεστώς ανοχής και προστασίας σε συγκεκριμένα σημεία.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι εκβιαστικές αυτές απαιτήσεις συνοδεύονταν από άμεσες ή έμμεσες απειλές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, όταν οι παθόντες αρνούνταν να συμμορφωθούν, η κατάσταση κλιμακωνόταν σε πράξεις σωματικής βίας.
Ξυλοδαρμοί, εκφοβισμός και επιδείξεις ισχύος συνθέτουν την εικόνα που περιγράφεται στη δικογραφία, με στόχο να καταστεί σαφές ότι η άρνηση συνεργασίας είχε συνέπειες.
Αλληλοεκβιασμοί και αλληλοπροστασία
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Espresso, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι πλανόδιοι πωλητές, στην προσπάθειά τους να προστατευτούν από την πρώτη ομάδα, κατέφευγαν σε μέλη άλλης εγκληματικής ομάδας που δραστηριοποιούνταν στην ίδια περιοχή.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν οδηγούσε σε ουσιαστική απεμπλοκή από το καθεστώς πίεσης. Αντιθέτως, δημιουργούσε έναν φαύλο κύκλο, όπου οι ίδιοι άνθρωποι βρίσκονταν αντιμέτωποι με νέες απαιτήσεις, καταβάλλοντας εκ νέου χρήματα, αυτή τη φορά σε διαφορετικούς «προστάτες». Ετσι, διαμορφωνόταν ένα ιδιότυπο σύστημα διπλού εκβιασμού, στο οποίο οι πωλητές καλούνταν ουσιαστικά να πληρώνουν πολλαπλές «ομάδες» για να μπορέσουν να συνεχίσουν να εργάζονται.
Η κατάσταση αυτή όχι μόνο επιβάρυνε οικονομικά τους ίδιους, αλλά δημιουργούσε και ένα περιβάλλον διαρκούς ανασφάλειας, όπου η ισορροπία δυνάμεων μπορούσε να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, οδηγώντας ακόμη και σε συγκρούσεις μεταξύ των ομάδων για τον έλεγχο της περιοχής.
Από την προανάκριση προέκυψε ότι μόνο από καταγεγραμμένα περιστατικά το παράνομο όφελος των ομάδων ανήλθε σε τουλάχιστον 112.184 ευρώ. Ωστόσο, οι Αρχές εκτιμούν ότι το πραγματικό ύψος των εσόδων είναι σημαντικά μεγαλύτερο, καθώς η δράση τους ήταν έντονη και εκτεταμένη πριν αποκαλυφθεί. Η σημαντικότερη, ωστόσο, εξέλιξη δεν αφορά μόνο τη δράση στο πεδίο, αλλά το πώς τα χρήματα αυτά φέρεται ότι διακινήθηκαν και «νομιμοποιήθηκαν».
Η Αρχή για το Ξέπλυμα διαπιστώνει βάσιμες υπόνοιες ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα προχώρησαν σε πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αξιοποιώντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Συγκεκριμένα, εξετάζονται η τοποθέτηση και η διακίνηση χρημάτων μέσω τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και η κατοχή και η χρήση περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες, με στόχο την απόκρυψη της προέλευσής τους.
Στο πλαίσιο αυτό, διατάχθηκε η δέσμευση κάθε περιουσιακού στοιχείου των εμπλεκομένων μέχρι του ποσού των τουλάχιστον 112.184 ευρώ. Η δέσμευση αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδυτικά προϊόντα, τίτλους και θυρίδες, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις μόνο για βασικές ανάγκες διαβίωσης, νομικά έξοδα και συντήρηση των περιουσιακών στοιχείων.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση της υπόθεσης, ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε τοπικές συγκρούσεις για τον έλεγχο των παραλιών, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οικονομικής εγκληματικότητας.
Οι ομάδες δεν λειτουργούν μόνο ως «εισπρακτικοί μηχανισμοί», αλλά φαίνεται ότι διαθέτουν δομές που τους επιτρέπουν να διαχειρίζονται και να επενδύουν τα παράνομα έσοδα.
Προτεινόμενα άρθρα






