δολοφονία-μάγγου-από-αστυνομικούς-ν-1522339
ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 11.12.2025 | 20:23

Δολοφονία Μάγγου από αστυνομικούς – Νέα αναβολή στην υπόθεση

Αναβλήθηκε για τον Φεβρουάριο του 2026 η υπόθεση βασανιστηρίων και δολοφονίας του Βασίλη Μάγγου, στο Μοικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας, μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρων υπεράσπισης των έξι αστυνομικών που βρίσκονται στο εδώλιο ως κατηγορούμενοι.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων υπέβαλλαν αίτημα για αναβολή της δίκης, επικαλούμενοι απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων που αναφέρει πως μετά από διακοπή ποινικής δίκης, απαγορεύεται η παράσταση δικηγόρου.

Έξω από το δικαστήριο της Καρδίτσας είχαν συγκεντρωθεί συγγενείς και φίλοι της οικογένειας και του Βασίλη Μάγγου, όπως και μέλη συλλογικοτήτων, που πραγματοποίησαν πορεία μετά την απόφαση της διακοπής στο κέντρο της Καρδίτσας, ενώ ισχυρή ήταν η αστυνομική δύναμη έξω από το δικαστικό μέγαρο.

Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνιο του 2020 ο Β. Μάγγος καταγγέλλει τον άγριο ξυλοδαρμό του από τις αστυνομικές δυνάμεις καθώς και τη μεταχείριση που του επιφυλάχθηκε στη συνέχεια εντός του περιπολικού και του αστυνομικού τμήματος στο οποίο μεταφέρθηκε. Ο Βασίλης Μάγγος ξεψύχησε ένα μήνα αργότερο στο Νοσοκομείο και ο θάνατός του αποδόθηκε σε οξύ πνευμονικό οίδημα.

Η ανάρτηση του Μάγγου για το περιστατικό:

“Βρίσκομαι στο νοσοκομείο με 6 ή 7 κατάγματα στα πλευρά και με θλάση στο συκώτι και την χοληδόχο κύστη , χτυπημένος άγρια κ βασανισμένος από τις δυνάμεις καταστολής (ΜΑΤ,ΟΠΚΕ,Ασφάλεια). Υπάρχουν τα σχετικά βίντεο κ φωτογραφίες, οπότε σας δίνω μια μικρή μόνο γεύση του τι έγινε…Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους…Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες. Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα.

Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου. Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε “κάτω το κεφάλι πούστη”, επειδή βογγούσα και έκανα “αααα” απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε “τι α μωρη κραγμένη” και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα.

Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο.

Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι. Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: “βλέπεις, τα λες και μόνος σου”…Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…”