Άρση μονιμότητας: Ο Μητσοτάκης μας γυρίζει στο κράτος των κοτζαμπάσηδων, λέει Συνταγματολόγος
Με καυστικό τρόπο σχολίασε τις προτάσεις του πρωθυπουργού ενόψει της επικείμενης αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Α.Π.Θ. Ακρίτας Καϊδατζής με δήλωση του στο aftodioikisi.gr, σημειώνοντας ότι μας γυρίζουν στον συνταγματισμό του δέκατου ένατου αιώνα.
Ειδικότερα σε ότι αφορά την πρόταση του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης για άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, o κ. Καϊδατζής τόνισε ότι μας γυρίζει πίσω «στο κράτος των κοτζαμπάσηδων». Ο ίδιος κάνει λόγο για «αδιανόητη» πρόταση και σημειώνει: «Εκατόν δεκαπέντε χρόνια μετά, βλέπουμε να συζητιέται ‘σοβαρά’ η προοπτική ακύρωσης κεκτημένων και κατακτήσεων που κανείς δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν».
Ακολουθεί η τοποθέτηση του κυρίου Ακρίτα Καϊδατζή:
Στο διάγγελμα του πρωθυπουργού, η επικείμενη πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος παρουσιάστηκε ως βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Είναι το ακριβώς αντίθετο. Βαθιά αναχρονιστική. Το Σύνταγμα του 1975 λοιδορείται ως σύνταγμα που «προέρχεται από τον εικοστό αιώνα». Σε ορισμένες από τις ‘εμβληματικές’ προτάσεις που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός βλέπουμε να γυρνάμε στο συνταγματισμό του δέκατου ένατου αιώνα.
Με τη δυσοίωνη πρόταση να κατοχυρωθούν συνταγματικά οι «κανόνες κυβερνητικής λειτουργίας» που διαμορφώθηκαν τα τελευταία έτη εννοείται το ψευδεπίγραφο επιτελικό κράτος. Που δεν είναι παρά το προσωπείο του θεσμικού παρακράτους. Ένα κράτος ακραία συγκεντρωτικό, που λειτουργεί με την ενός ανδρός αρχή. Ο primus solus πρωθυπουργός ελέγχει ασφυκτικά τα πάντα (από τις υπηρεσίες πληροφοριών μέχρι την ενημέρωση), αλλά δεν έχει ευθύνη για τίποτε. Η προεδρία της κυβέρνησης ανάγεται σε υπερ-υπουργείο που καπελώνει και εν πολλοίς υποκαθιστά υπουργεία και υπουργούς.
Η πρόταση για «δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα» φυσικά αναφέρεται στο διαβόητο ‘χρεόφρενο’. Μια βαθιά συντηρητική πολιτική, κορωνίδα του νεοφιλελευθερισμού, ασύμβατη με το κοινωνικό και παρεμβατικό κράτος. Μόνο που εδώ οι εμπνευστές της πρότασης πιάστηκαν αδιάβαστοι. Ακόμα και στη εμμονική με τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς Γερμανία, το χρεόφρενο de facto εγκαταλείφθηκε. Γιατί, βεβαίως, απέτυχε παταγωδώς.
Όπως ντροπιαστικά αδιάβαστοι πιάστηκαν όσοι υπέδειξαν στον πρωθυπουργό να περιλάβει στους σκοπούς της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας και την αντιμετώπιση προκλήσεων όπως «η αναζήτηση προσιτής στέγης». Παραβλέποντας ότι το δικαίωμα στη στέγαση υπάρχει στο Σύνταγμα ήδη από το 1975 (άρθρο 21 παρ. 4). Καθόλου δεν λείπει το συνταγματικό έρεισμα για δραστικές παρεμβάσεις. Λείπει η πολιτική βούληση της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς στεγαστικής κρίσης. Που εν πολλοίς, άλλωστε, έχει προκληθεί από δικές της πολιτικές.
Αυτό όμως που μάς γυρίζει κυριολεκτικά ενάμιση αιώνα πίσω, στο Σύνταγμα του 1864, είναι η αδιανόητη πρόταση για «επανακαθορισμό» (sic) της «μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων». Αποτελεί –μάλλον, αποτελούσε– κοινό τόπο πως ίσως η σημαντικότερη συμβολή του Ελευθέριου Βενιζέλου στο θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας υπήρξε ακριβώς η κατοχύρωση της μονιμότητας στο Σύνταγμα του 1911. Βήμα ίσως όχι επαρκές, αλλά πάντως αναγκαίο για να αφήσουμε πίσω μας το κράτος των κοτζαμπάσηδων. Εκατόν δεκαπέντε χρόνια μετά, βλέπουμε να συζητιέται ‘σοβαρά’ η προοπτική ακύρωσης κεκτημένων και κατακτήσεων που κανείς δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Ο γελοίος αναχρονισμός της επανόδου σε ένα σκληρά κομματικό και ακραία πελατειακό κράτος δείχνει βέβαια και την παντελή έλλειψη σοβαρότητας μιας πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης που φαίνεται πως εκκινεί από επικοινωνιακές σκοπιμότητες και την κολακεία αγοραίων και αγελαίων ενστίκτων κοινωνικού αυτοματισμού.
Προτεινόμενα άρθρα






