Ρήξη Δικεφάλου Βραχιόνιου Μυός – Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε
Τι είναι οι ρήξη καταφυτικού τένοντα δικεφάλου;
Ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος του βραχίονά μας (μπράτσο). Ονομάζεται δικέφαλος γιατί αποτελείται από δύο κεφαλές και βραχιόνιος γιατί αποτελεί μέρος των μυών του βραχίονα.

Οι δύο κεφαλές του εκφύονται από τα οστά του ώμου και καταφύονται με κοινό τένοντα στα οστά του αντιβραχίου. Αυτός ο κοινός τένοντας ονομάζεται καταφυτικός ή περιφερικός τένοντας του δικεφάλου βραχιόνιου μυός. Ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς, συνδέοντας τον ώμο με το αντιβράχιο, έχει την ικανότητα όταν συσπάται:
- να κάμπτει τον βραχίονα
- να κάμπτει το αντιβράχιο και κατά συνέπεια να κλείνει τον αγκώνα
- να στρέφει το αντιβράχιο και το χέρι ώστε η παλάμη του χεριού να κοιτάζει προς τα επάνω και τέλος
- να σταθεροποιεί την άρθρωση του ώμου.
Οι κύριες λειτουργίες του δικεφάλου βραχιόνιου μυός είναι:
1) η στροφή του αντιβραχίου και του χεριού ώστε η παλάμη να κοιτάζει προς τα επάνω, κίνηση που ονομάζεται υπτιασμός και
2) η κάμψη του αντιβραχίου κυρίως όταν το αντιβράχιο και το χέρι βρίσκονται σε υπτιασμό.
Οι ρήξεις του καταφυτικού (περιφερικού) τένοντα του δικεφάλου βραχιόνιου μυός έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια της πρόσφυσης του μυός στο αντιβράχιο. Τότε ο μυς μετακινείται στο επάνω μέρος του βραχίονα δημιουργώντας ένα εξόγκωμα στο πρόσθιο και άνω μέρος του, γεγονός που του προσδίδει ένα δύσμορφο αισθητικό αποτέλεσμα είτε κοιτάζουμε τον βραχίονα από μπροστά είτε από πλάγια.
Εκτός όμως από τη δυσμορφία προκαλούνται και σημαντικά λειτουργικά ελλείμματα. Για παράδειγμα, όταν κόβεται ο καταφυτικός τένοντας του δικεφάλου βραχιονίου, άλλοι μύες του βραχιονίου και του αντιβραχίου έρχονται να αντικαταστήσουν τις λειτουργίες του. Ωστόσο αν η ρήξη δεν αποκατασταθεί χειρουργικά, το μπράτσο μας χάνει 30%-40% της δύναμής του κυρίως κατά τη στροφή του αντιβραχίου και κατ’επέκταση του χεριού – υπτιασμός. Αυτά τα λειτουργικά ελλείμματα καθώς και το δύσμορφο αισθητικό αποτέλεσμα καθιστούν επιτακτική τη χειρουργική αποκατάσταση του τένοντα, εφόσον η γενική εικόνα του ασθενούς επιτρέπει τη χειρουργική επέμβαση. Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι ορθοπαιδικοί συστήνουν πάντοτε τη χειρουργική θεραπεία.

Η ρήξη διαγιγνώσκεται εύκολα από τον ορθοπαιδικό χειρουργό. Αρχικά ο ιατρός παρατηρεί το εξόγκωμα (αισθητική δυσμορφία) στο πρόσθιο και επάνω μέρος του βραχίονα. Στη συνέχεια ψηλαφά το πρόσθιο μέρος του αγκώνα και σε περίπτωση ρήξης εξετάζει εάν υφίσταται κενό λόγω της απουσίας τένοντα, επειδή κόπηκε ή αποκολλήθηκε από το αντιβράχιο. Ο ορθοπαιδικός ενδέχεται να διαπιστώσει την ύπαρξη οιδήματος ή αιματώματος στο πρόσθιο μέρος του αγκώνα αλλά και αδυναμία, όταν ο ασθενής καλείται να υπτιάσει το αντιβράχιο και το χέρι ή να κάμψει τον αγκώνα του. Τα συμπτώματα αυτά συνοδεύονται συνήθως με πόνο για τον ασθενή. Συχνά, επίσης, ο ασθενής αναφέρει ότι άκουσε αρχικά έναν υπόκωφο θόρυβο και έπειτα ένοιωσε έναν έντονο πόνο κατά την προσπάθειά του να σηκώσει ένα βαρύ αντικείμενο.
Παρά το γεγονός ότι η διάγνωση είναι εύκολη, ο ορθοπαιδικός συνήθως ζητάει να επιβεβαιωθεί το σημείο και η έκταση της ρήξης (μερική ή ολική) με μαγνητική τομογραφία. Σε περίπτωση ολικής ρήξης, η μαγνητική τομογραφία θα δείξει επίσης το σημείο του βραχίονα στο οποίο βρίσκεται ο τένοντας μετά την κίνηση του μυός προς τα επάνω. Η μαγνητική τομογραφία είναι επίσης πολύ χρήσιμη για τον προεγχειρητικό σχεδιασμό. Άλλη ταχεία και μικρού κόστους διαγνωστική εξέταση είναι ο υπέρηχος. Σε περίπτωση όμως πόνου στον αγκώνα, ο ορθοπαιδικός ενδέχεται να ζητήσει τη διενέργεια ακτινογραφίας ώστε να αποκλειστούν άλλες παθολογίες.

Η κινητοποίηση του αγκώνα αρχίζει σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη χειρουργική επέμβαση με τη βοήθεια αρθρωτού νάρθηκα.
Σταδιακά αποκαθίσταται η κίνηση του αγκώνα και του αντιβραχίου ώστε να ανοίξει πλήρως ο αγκώνας χωρίς καμία αντίσταση, δηλαδή κλείνουμε και ανοίγουμε τον αγκώνα παθητικά με τη βοήθεια του άλλου μας χεριού ή με τη βοήθεια φυσικοθεραπευτή χωρίς σύσπαση του βραχιόνιου μυ. Ακολουθεί η σταδιακή ενδυνάμωση του δικεφάλου βραχιόνιου μυός.

Ο ασθενής πρέπει να τηρήσει πιστά τις οδηγίες του ορθοπαιδικού κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης. Ο τένοντας χρειάζεται 2-3 μήνες για την πλήρη ίαση του. Κατά συνέπεια αρχικά ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τις κινήσεις υπό αντίσταση και τα βάρη. Σταδιακά γίνεται φόρτιση του μυός είτε κατά την κάμψη του αγκώνα είτε κατά τον υπτιασμό του αντιβραχίου. Τα μεγάλα βάρη και οι απότομες βίαιες κινήσεις πρέπει να αποφεύγονται για πολλούς μήνες.
Μετά από 5 με 6 μήνες ο ασθενής μπορεί να επανέλθει σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες αλλά και σε αθλήματα που σχετίζονται με βάρη και καταπονούν τον δικέφαλο βραχίονα (Body Building-μονόζυγο, κρίκοι, κ.ά.).
Του ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΥ – ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΥ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΥ
Προτεινόμενα άρθρα






