φίλης-το-σχολείο-της-νδ-συνιστά-εκπαιδ-323327
ΠΟΛΙΤΙΚΗ | 15.09.2022 | 13:16

Φίλης: Το σχολείο της ΝΔ συνιστά εκπαιδευτική δυστοπία

“Μια εκπαιδευτική και εργασιακή δυστοπία βρίσκουν απέναντί τους παιδιά και εκπαιδευτικοί με την έναρξη των μαθημάτων. Και όσο κι αν τα κυβερνητικά στελέχη επιχειρούν με απανωτές συνεντεύξεις και μονότονες δηλώσεις, πιο συστηματικά από κάθε άλλη χρονιά, να προβάλουν την εικόνα ενός σύγχρονου, έξυπνου, αποτελεσματικού, ακόμα και συμπεριληπτικού (!) σχολείου, η μίζερη πραγματικότητα που βιώνεται καθημερινά από πρώτο χέρι στο χώρο του σχολείου τους διαψεύδει.”, τονίζει ο τομεάρχης Παιδείας και βουλευτςή Α΄ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Νίκος Φίλης.

Και συνεχίζει: Το σχολείο της Νέας Δημοκρατίας συνιστά εκπαιδευτική δυστοπία γιατί χτίστηκε βήμα-βήμα όχι για να παρακινήσει και να υποστηρίξει κάθε παιδί σε μια επιτυχή πορεία για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά για να δυσκολέψει και τελικά να αποκλείσει, κυρίως τα πιο δυσκολεμένα παιδιά. Μέτρα όπως η τράπεζα θεμάτων, οι υπερβολικές απαιτήσεις της διδακτέας ύλης, οι πιο αυστηρές ενδοσχολικές εξετάσεις, τα ξεχωριστά προνόμια των ελιτίστικων πρότυπων και πειραματικών σχολείων και η ελάχιστη βάση εισαγωγής στα πανεπιστήμια, εντάχθηκαν από την κυβέρνηση σε μια πολιτική αρνητικών διακρίσεων και αποκλεισμών σε βάρος των πιο παραγκωνισμένων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Παράλληλα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να κλείνει σχολεία ακόμα και σε ευαίσθητες περιοχές, ενώ είναι σοβαρά τα κενά σε διδακτικό προσωπικό, ιδίως στον τομέα της Ειδικής Αγωγής (βλ. πρόσφατη Έκθεση του Συνήγορου του Πολίτη).

Το πιο τραγικό είναι πως αυτές οι πολιτικές προωθήθηκαν σε μια περίοδο που η ελληνική κοινωνία κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια συρροή σοβαρών κρίσεων, από την οικονομική κρίση και τα μνημόνια μέχρι την πρόσφατη πανδημία και την τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Και ενώ όλες οι μελέτες επιβεβαιώνουν πλέον αδιάσειστα ότι οι εκπαιδευτικές συνέπειες κάθε κρίσης είναι σοβαρότερες για τους πιο αδύναμους της κοινωνίας, αυτούς ακριβώς έπληξε και εξακολουθεί να πλήττει η εκπαιδευτική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, για να διατηρήσει και να ενισχύει τα προνόμια στη μόρφωση των λίγων και των εκλεκτών.

Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και το άγχος που επιφέρει σε όλη την εκπαιδευτική κοινότητα η προκλητική αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζεται το θέμα της πανδημίας. Η κυβέρνηση για μια ακόμη σχολική χρονιά, ανέμελα και ανάλγητα, εκθέτει σε σοβαρούς κινδύνους παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς, χωρίς να τηρεί ούτε τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας που απαιτούν οι διεθνείς οργανισμοί.

Το σχολείο της Νέας Δημοκρατίας ταυτόχρονα αποτελεί και μια εργασιακή δυστοπία για το διδακτικό προσωπικό. Πολυδιαφημισμένα μέτρα για την επιμόρφωση και την υποστήριξη των εκπαιδευτικών, χωρίς ούτε καν τη στοιχειώδη προετοιμασία, τον κατάλληλο σχεδιασμό τους και την υποστήριξη της εφαρμογής τους, και κυρίως χωρίς σοβαρό παιδαγωγικό και αξιακό υπόβαθρο, στην πράξη θα οδηγήσουν σε ανούσιες και ατελέσφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες και σε τυπικές συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων των συλλόγων των εκπαιδευτικών, με ανύπαρκτο παιδαγωγικό όφελος. Η κατάσταση αυτή θα επιβαρύνεται αφόρητα όσο τα σχολεία θα λειτουργούν χωρίς το απαραίτητο διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό.

Το περιβόητο «επιτελικό κράτος» της Νέας Δημοκρατίας, δέσμιο της φαυλοκρατίας και της αναξιοκρατίας που χαρακτηρίζει συλλήβδην την κυβερνητική πολιτική, αποδεικνύεται επίσης ανίκανο να διαχειριστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά τα διοικητικά θέματα της εκπαίδευσης. Η καθυστέρηση στη διαδικασία επιλογής των διευθυντών εκπαίδευσης και διευθυντών σχολείων είναι πρωτοφανής και οδηγεί σε ακόμα πιο αυταρχικές και αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Η κυβέρνηση έθεσε στο περιθώριο τον σημαντικό ρόλο του συλλόγου διδασκουσών και διδασκόντων του σχολείου αυξάνοντας υπέρμετρα τις εξουσίες της διεύθυνσης του σχολείου και μετατρέποντάς την σε όργανο τυφλής επιβολής της κρατικής πολιτικής. Ταυτόχρονα δεν δίστασε να μεθοδεύσει την κατάργηση της συμμετοχής αιρετών εκπροσώπων των εκπαιδευτικών στα υπηρεσιακά συμβούλια.

Η λειτουργία του μέντορα, που επιστρατεύεται ως παλιός και έμπειρος εκπαιδευτικός για την υποστήριξη των νέων συναδέλφων του, υπονομεύεται από τον ρόλο του αξιολογητή που του επιφυλάσσει η ισχύουσα νομοθεσία. Ο μέντορας δεν μπορεί να είναι ο «κριτικός φίλος» των νέων εκπαιδευτικών, όπως τον σκιαγράφησαν αξιόλογοι παιδαγωγοί στη διεθνή βιβλιογραφία, όταν ταυτόχρονα καλείται να υπηρετήσει ένα ανταγωνιστικό και γραφειοκρατικό σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών όπως αυτό που ισχύει σήμερα. Γενικότερα, η προσπάθεια αυτοβελτίωσης του σχολείου χάνει το πραγματικό της νόημα όταν συντελείται σε ένα παιδαγωγικό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχούν η εξωτερική αξιολόγηση και ο ανταγωνισμός μεταξύ των εκπαιδευτικών.

Με αυτή την πολιτική παραβιάζεται βάναυσα το εργασιακό ωράριο των εκπαιδευτικών και αυξάνεται υπέρμετρα ο εργασιακός τους φόρτος, ενώ ταυτόχρονα οι αποδοχές τους, παρά την ενεργειακή κρίση και την πρωτοφανή άνοδο των τιμών παραμένουν καθηλωμένες στα μνημονιακά επίπεδα. Πρωτοδιοριζομενοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν οξύτατο πρόβλημα στέγασης, με δυσβάσταχτα ενοίκια και υπό την απειλή της πρόωρης έξωσης, σε νησιά και άλλες περιοχές. Εντείνονται ο αυταρχισμός και ο ανταγωνισμός, ενισχύονται οι πελατειακές σχέσεις στο χώρο του σχολείου, δοκιμάζονται σκληρά οι αξίες της δημοκρατίας, της αξιοκρατίας, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Και όταν το σχολείο καταντά εργασιακή δυστοπία, οι παιδαγωγικές του στοχεύσεις είναι αδύνατο να πραγματωθούν.