Η Ελλάδα στον πάτο της Ευρώπης σε βασικούς εκπαιδευτικούς δείκτες
Η φετινή Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση φέρνει στο προσκήνιο σοβαρές αδυναμίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπως αναφέρουν σε κοινή ανακοίνωση ο βουλευτής Κιλκίς και υπεύθυνος Κ.Τ.Ε. Παιδείας, Στέφανος Παραστατίδης, και ο γραμματέας Τομέα Παιδείας του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής, Σωκράτης Κάτσικας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Ελλάδα σημειώνει χαμηλές επιδόσεις σχεδόν σε όλες τις βασικές εκπαιδευτικές παραμέτρους. Τα αποτελέσματα της PISA δείχνουν ότι το 47% των Ελλήνων 15χρονων δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στα μαθηματικά, το 30% υστερεί στην κατανόηση κειμένου και το 28% στις φυσικές επιστήμες. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ είναι αισθητά καλύτερα: 29,5%, 26,5% και 24,4%.
Ιδιαίτερα περιορισμένα είναι και τα ποσοστά αριστείας: μόλις το 2% των μαθητών ξεχωρίζει στα μαθηματικά (ενώ στην ΕΕ το ποσοστό φτάνει το 9%), 2% στην ανάγνωση (ΕΕ: 6,5%) και μόλις 1,5% στις φυσικές επιστήμες (ΕΕ: 6,9%). Η Έκθεση επισημαίνει ότι η πτωτική πορεία στα μαθηματικά επιδεινώθηκε για όλες τις κοινωνικές ομάδες σε σύγκριση με το 2018.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η συνεχής υποχώρηση των επιδόσεων δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με πολιτικές επιλογές που αποδυνάμωσαν το εκπαιδευτικό έργο. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η συρρίκνωση της παιδαγωγικής διάστασης, η υπερβολική διοικητική γραφειοκρατία για τους εκπαιδευτικούς, οι βεβιασμένοι και ασύνδετοι ψηφιακοί μετασχηματισμοί και οι παρεμβάσεις χωρίς ενιαίο σχεδιασμό, που κλόνισαν τη συνοχή της σχολικής λειτουργίας.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά σημεία της έκθεσης είναι η ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μαθητών στην Ελλάδα φαίνεται να επηρεάζει την επίδοσή τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μόνο το 7,1% των μαθητών από μη προνομιούχες οικογένειες φτάνει σε υψηλά επίπεδα επίδοσης (ΕΕ: 16,3%), ενώ ακόμη και στις προνομιούχες ομάδες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει μόλις το 35% (ΕΕ: 59%).
Στον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης, η Ελλάδα προχώρησε σε τρεις διαφορετικές νομοθετικές προσπάθειες μέσα σε έξι χρόνια, χωρίς να διαμορφωθεί μακροπρόθεσμη στρατηγική. Το αποτέλεσμα ήταν το ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων να περιορίζεται στο 69,5%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ανέρχεται στο 80%, ενώ μόλις το 15% συμμετέχει σε πρακτική άσκηση (ΕΕ: 65%).
Στην ανώτατη εκπαίδευση, η χώρα παρουσιάζει τη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ όσον αφορά την ολοκλήρωση σπουδών στον προβλεπόμενο χρόνο: μόνο το 9,6% των φοιτητών αποφοιτά εγκαίρως, έναντι 23,8% στην ΕΕ. Παράλληλα, τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης, ελλείψεις προσωπικού και περιορισμένες υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.
Η συμμετοχή των ενηλίκων στη διά βίου μάθηση παραμένει επίσης από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη: 15,1% στην Ελλάδα έναντι 39,5% στην ΕΕ. Η Επιτροπή αποδίδει αυτή την υστέρηση σε αδυναμίες διοίκησης, μη ολοκληρωμένες μεταρρυθμίσεις και δυσκολίες στην εφαρμογή πολιτικών σε επίπεδο υλοποίησης.
Η φετινή έκθεση συνολικά καταλήγει ότι οι δείκτες έχουν επιδεινωθεί, η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία σε κρίσιμους τομείς και οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν ήταν επιφανειακές, αποσπασματικές και χωρίς συνέργειες.
Η κοινή δήλωση Παραστατίδη και Κάτσικα καταλήγει ότι η ελληνική εκπαίδευση χρειάζεται ένα μακρόπνοο, συνεκτικό εθνικό σχέδιο, ουσιαστική ενίσχυση των εκπαιδευτικών και πραγματικές μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την ποιότητα της μάθησης, θα μειώσουν τις ανισότητες και θα αναστρέψουν την αρνητική πορεία.
Προτεινόμενα άρθρα
25.07.2026 | 10:23






