επιστημονική-υπηρεσία-βουλής-αποδο-1604262
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ | 26.06.2026 | 11:20

Επιστημονική Υπηρεσία Βουλής: “Αποδομεί” το εκλογικό σύστημα του Νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης

Ακούστε το άρθρο
Προσθήκη του aftodioikisi.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Σωρεία ζητημάτων και προβλημάτων εντοπίζει στο εκλογικό σύστημα των αυτοδιοικητικών εκλογών η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής σε έκθεσή σχετικά με τον Νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης που ψηφίζεται σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής.

Σημειώνεται πως το με το Νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης αλλάζει άρδην το εκλογικό σύστημα σε δήμους και περιφέρειες, καθώς το όριο εκλογής δημάρχου και περιφερειάρχη κατεβαίνει στο 42% ενώ παράλληλα καταργείται ο β’ γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών. Αυτός αντικαθίσταται με μια δεύτερη καταμετρηση των ψήφων με την παράλληλη εισαγωγή ενός συστήματος εναλλακτικής ψήφου, όπου κάθε ψηφοφόρος έχει τη δυνατότητα ψήφου σε εκλογικό συνδυασμό.

Οι βαρύτατες παρατηρήσεις των Ειδικών της Βουλής για το εκλογικό σύστημα

Η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλή στην ειδική έκθεσή της παρατηρεί ζητήματα διασφάλισης της έκφρασης της λαϊκής βούλησης, της διαφάνειας των όρων εκλογικού ανταγωνισμού, τον κίνδυνο ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος και της αναλογικότητας της κάμψης της.

Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει πως το σύστημα που εισάγει ο Κώδικας «δεν άγει στην επίτευξη της απόλυτης ή της μέγιστης δυνατής πλειοψηφίας, αλλά απλώς στην επαύξηση της ισχύος των δύο πρώτων, με συνάθροιση της εναλλακτικής ψήφου που δίδει ο ψηφοφόρος υπέρ ενός μόνο συνδυασμού».

Αυτό οδηγεί στην αυτόματο αποκλεισμό όσων έχουν δώσει την εναλλακτική ψήφο υπέρ συνδυασμών που αποκλείστηκαν, με αποτέλεσμα να αποκλείεται ικανό μέρος των ψηφοφόρων από τη δυνατότητα συμμετοχής στο δεύτερο στάδιο και, επομένως, στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Η έκθεση της Βουλής συμπληρώνει πως ο αποκλεισμός των ψηφοφόρων από τη δυνατότητα να μετέχουν στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης δεν θα οφείλεται σε αντικειμενικό γεγονός που συνάπτεται με θεμιτό σκοπό του εκλογικού συστήματος.

Η ίδια έκθεση προκρίνει μεταξύ των θεμιτών σκοπών την επίτευξη προγραμματικών συγκλίσεων στην προσπάθεια ανάσχεσης της στείρας αντιπαράθεσης, ενώ διατυπώνει και σχετικό προβληματισμό αν «αν η σκοπούμενη προγραμματική σύγκλιση συνάδει με τη μοναδικότητα του συνδυασμού της εναλλακτικής ψήφου».

Την ίδια στιγμή, ο αποκλεισμός ψηφοφόρων θα οφείλεται στην άγνοιά τους ως προς το εκλογικό αποτέλεσμα, δηλαδή των δύο επικρατέστερων συνδυασμών που θα προκύψει από την πρώτη καταμέτρηση.

Έτσι, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής θέτει άμεσα το ερώτημα αφενός, αν διασφαλίζεται εν τω συνόλω η έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δεύτερο στάδιο, όπως και η διαφάνεια των όρων εκλογικού ανταγωνισμού, και, αφετέρου, αν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η εν λόγω κάμψη της αντιπροσωπευτικότητας.

Πέραν τούτου, η κριτική αποτίμηση των επιστημόνων επικεντρώνει στο σενάριο της πολυδιάσπασης της εναλλακτικής ψήφου στο βαθμό που οι παρατάξεις ακόμα και μετά τη δεύτερη καταμέτρηση δεν συγκεντρώνει το ποσοστό του 42% που ο νομοθέτης θεωρεί αναγκαίο για αυτοδύναμη νομιμοποίηση του αποτελέσματος.

«Κατά τούτο», σημειώνει η έκθεση «εγείρεται ζήτημα εσωτερικής αντίφασης στο σύστημα του νόμου, και κίνδυνος ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος».

«Το ζήτημα επιτείνεται από το γεγονός ότι ο επιτυχών συνδυασμός, ανεξαρτήτως ποσοστού, λαμβάνει σε κάθε περίπτωση και τα 3/5 των εδρών του οικείου συμβουλίου» αναφέρει η έκθεση καταλήγοντας.

Στον αντίποδα, η έκθεση διαψεύδει τη μοναδικότητα του εκλογικού συστήματος, αλλά και τον υποτιμητικό ισχυρισμό την εφαρμογής αυτού στα νησιά Φίτζι που είχε διατυπωθεί από παρατάξεις της αντιπολίτευσης. Δικαιολογεί παράλληλα, το όριο εκλογής του 42% στην αυτοδιοίκησης, προβάλλοντας σχετική απόφαση του ΣτΕ η οποία προκρίνει το πρόταγμα της σταθερότητας και της κυβερνησιμότητας ενός δήμου.

«Κρίσιμο, κατά την απόφαση, είναι το γεγονός ότι συνδυασμός που λαμβάνει μόνος τέτοιο ποσοστό, δεν θα στηρίζεται σε «προεκλογικές- ευκαιριακές συμμαχίες και μάλιστα μεταξύ των δύο γύρων των εκλογών», ενώ παραλλήλως «το ανωτέρω προβλεπόμενο ποσοστό εκλογής διασφαλίζει δημοκρατική νομιμοποίηση στα όργανα διοικήσεως των δήμων» (ΟλΣτΕ 3684/2009).» αναφέρει η έκθεση μεταξύ άλλων.

Αναλυτικά οι προβληματισμοί της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής για το εκλογικό σύστημα:

Οι εν λόγω διαφοροποιήσεις εγείρουν τα ακόλουθα ζητήματα:

Πρώτον, όπως αναφέρεται ανωτέρω, το προτεινόμενο σύστημα δεν άγει στην επίτευξη της απόλυτης ή της μέγιστης δυνατής πλειοψηφίας, αλλά απλώς στην επαύξηση της ισχύος των δύο πρώτων, με συνάθροιση της εναλλακτικής ψήφου που δίδει ο ψηφοφόρος υπέρ ενός μόνο συνδυασμού. Έτσι, ικανό μέρος των ψηφοφόρων (όσοι δηλαδή έχουν δώσει την εναλλακτική ψήφο υπέρ συνδυασμών που αποκλείστηκαν) αποκλείεται από τη δυνατότητα συμμετοχής στο δεύτερο στάδιο και, επομένως, στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, αν η εναλλακτική ψήφος δινόταν με σειρά κατάταξης, θα εξασφαλιζόταν η κατά τα ανωτέρω ευρύτερη αντιπροσωπευτικότητα και δημοκρατική νομιμοποίηση του επιτυχόντος συνδυασμού.

Θα μπορούσε εδώ να αντιταχθεί ότι ο νομοθέτης επιδιώκει τη συγκέντρωση δυνάμεων μόνο κατά ζεύγη. Στο σημείο (γ) της Αιτιολογικής Έκθεσης, σελ. 843, αναφέρεται ότι έτσι «δίνεται η ευκαιρία στους συνδυασμούς, κατά την προεκλογική περίοδο, να δώσουν έμφαση στον προγραμματικό λόγο, επενδύοντας στις εναλλακτικές ψήφους άλλων συνδυασμών και όχι στη στείρα αντιπαράθεση». Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η σκοπούμενη προγραμματική σύγκλιση συνάδει με τη μοναδικότητα του συνδυασμού της εναλλακτικής ψήφου.

Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο αποκλεισμός των ψηφοφόρων από τη δυνατότητα να μετέχουν στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης δεν θα οφείλεται σε αντικειμενικό γεγονός που συνάπτεται με θεμιτό σκοπό του εκλογικού συστήματος, αλλά με την, κατά τη λογική του συστήματος, άγνοια του ψηφοφόρου για την ταυτότητα των δύο επικρατέστερων συνδυασμών – άγνοια που μπορεί όμως να αντιμετωπίζεται με τη δυνατότητα της κατάταξης. Τίθεται επομένως το ερώτημα, αφενός, αν διασφαλίζεται εν τω συνόλω η έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δεύτερο στάδιο, όπως και η διαφάνεια των όρων εκλογικού ανταγωνισμού, και, αφετέρου, αν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η εν λόγω κάμψη της αντιπροσωπευτικότητας.

Δεύτερον, για τον ίδιο λόγο, αν οι δύο επικρατέστεροι συνδυασμοί έχουν συγκεντρώσει χαμηλό ποσοστό, η πολυδιάσπαση της εναλλακτικής ψήφου είναι πιθανόν να μην μπορέσει να εξασφαλίσει υπέρ του σχετικώς πλειοψηφούντος συνδυασμού ούτε το ποσοστό του 42% που ο νομοθέτης θεωρεί αναγκαίο για αυτοδύναμη νομιμοποίηση του αποτελέσματος. Κατά τούτο, εγείρεται ζήτημα εσωτερικής αντίφασης στο σύστημα του νόμου, και κίνδυνος ανεπαρκούς αντιπροσωπευτικότητας του αποτελέσματος. Το ζήτημα επιτείνεται από το γεγονός ότι ο επιτυχών συνδυασμός, ανεξαρτήτως ποσοστού, λαμβάνει σε κάθε περίπτωση και τα 3/5 των εδρών του οικείου συμβουλίου (άρθρο 58 παρ. 1).

Μιχάλης Κοττάκης

Γεννήθηκε το 2000. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία από το 2025 καλύπτοντας θέματα που άπτονται του Υπουργείου Εσωτερικών και της αυτοδιοίκησης. Στο παρελθόν έχει αρθρογραφήσει σε φοιτητικές και τοπικές ιστοσελίδες, όπως και στην Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» https://www.instagram.com/mixalis_kott/