ολομέλεια-στε-νοκ-έρχεται-οριστική-α-248528
ΔΗΜΟΙ | 10.10.2024 | 11:06

Ολομέλεια ΣτΕ – ΝΟΚ: Έρχεται οριστική απόφαση – Τα δεδομένα για Δήμους, κατασκευαστές

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν… στο ΣτΕ, εκεί όπου αύριο Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου πρόκειται, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να συνεδριάσει η Ολομέλεια προκειμένου να κρίνει τη συνταγματικότητα των μπόνους που προβλέπει ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός (ΝΟΚ). Υπάρχουν πληροφορίες  ότι, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιθυμεί την αναβολή της δίκης, αφού η μελέτη που έχει εκπονήσει σχετικά με τα πλεονεκτήματα των διατάξεων του ΝΟΚ δεν είναι ακόμη έτοιμη, κάτι που προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τους εμπλεκόμενους δήμους αλλά και πονοκέφαλο στους κατασκευαστές, οι οποίοι θέλουν να ξέρουν τι μέλλει γενέσθαι, όμως, σύμφωνα με πληροφορίες του aftodioikisi το Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω της σημαντικότητας της υπόθεσης και του δημοσίου ενδιαφέροντος, δεν έχει αποδεχτεί κανένα τέτοιο αίτημα.

Να θυμίσουμε ότι, τα “μπλόκα” στο ΝΟΚ είναι απανωτά, καθώς πριν από μέρες το ΣτΕ με προσωρινή του διαταγή, ανέστειλε την έκδοση οικοδομικής άδειας ακίνητου, στο παραδοσιακό κέντρο της Κηφισιάς, ενώ το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά εξέδωσε την πρώτη τελεσίδικη απόφαση σε σχέση με τα «μπόνους» του ΝΟΚ, έπειτα από προσφυγή του Δήμου Αλίμου. Με την απόφαση 345/2024 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά δικαιώνεται ο δήμος και οι κάτοικοι του Αλίμου, και ακυρώνεται οικοδομική άδεια που είχε εκδοθεί με χρήση των ευνοϊκών διατάξεων του ΝΟΚ (περισσότερα τετραγωνικά δόμησης, μεγαλύτερο ύψος κτιρίων κ.λπ.) από εργολάβο-κατασκευαστή στην περιοχή του παλαιού Αλίμου. Παράλληλα, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. Ν162/26-9-2024 απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής που κατέθεσε ο Δήμος Χαλανδρίου εναντίον της άδειας νεοανεγειρόμενης οικοδομής στη Ρεματιά.

Επίσης, πριν από δύο εβδομάδες περίπου, η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας έκανε δεκτή την αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναστολή της μερικής ακύρωσης από τον γενικό γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου που απέτρεπε τη χρήση των μπόνους του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού. Με την απόφαση 110/2024 η επιτροπή έκρινε ότι η ενδεχόμενη αθρόα έκδοση οικοδομικών αδειών και η ανέγερση κτιρίων, βάσει των υπό οριστική κρίση σε επίπεδο Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεων του ΝΟΚ, αλλά και όσων έχουν κριθεί ήδη από την Ολομέλεια ειδικά για την Αθήνα, θα δημιουργούσε τετελεσμένα, που θα δυσκόλευαν τον υπό εξέλιξη πολεοδομικό σχεδιασμό, θα αλλοίωναν το οικιστικό περιβάλλον και την πολεοδομική φυσιογνωμία των οικισμών του δήμου, επιδεινώνοντας τους όρους διαβίωσης των κατοίκων.

Να τονίσουμε δε ότι, η Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ έχει κάνει δεκτές ανάλογες αιτήσεις των δήμων Κηφισιάς και Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, ενώ πολλοί δήμοι της Αττικής έχουν αναστείλει την εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων του ΝΟΚ, έως ότου κριθεί η υπόθεση στην Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Τι αναφέρουν στο Aftodioikisi.gr, Δήμαρχοι που πρωτοστάτησαν στη “μάχη” κατά του ΝΟΚ:

Ο Δήμαρχος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, α΄ Αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ και χειριστής της υπόθεσης του ΝΟΚ στο ΣτΕ από την πλευρά της Αυτοδιοίκησης, Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, εξηγεί:

“Για τους Δήμους που έχουν πρωτοστατήσει σε αυτή την ιστορία (3Β, Αλίμου) και ακολούθησαν και άλλοι δήμοι, αποτελούσε μονόδρομο η αντίδρασή μας να τροποποιηθεί επί τα χείρω η δόμηση στις πόλεις μας με μακρύ χέρι για τις τοξικές αυτές αλλαγές του ΝΟΚ. Σε συνέχεια των προσφυγών των Δήμων που δικαιώθηκαν από το ΣτΕ τη σκυτάλη πήρε η ΚΕΔΕ στην προσπάθεια διάσωσης των πόλεών μας από την υπερδόμηση. Αντίπαλός μας στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν είναι μόνο το Υπ. Περιβάλλοντος, είναι και το ΤΕΕ, όπως επίσης και οι συντεχνίες των κατασκευαστών. Ο καθένας επέλεξε μεριά. Θεωρώ ότι εμείς επιλέξαμε τη σωστή”.

Ο Δήμαρχος Κηφισιάς, Βασίλης Ξυπολυτάς επισημαίνει:

«Ο Δήμος Κηφισιάς ήταν από τους πρωτοστάτες στη μάχη κατά του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ) στην προσπάθεια για τη διασφάλιση του Περιβάλλοντος και φυσιογνωμίας του Δήμου μας, αλλά και της ποιότητας ζωής των δημοτών, από τις ανεπανόρθωτες επιπτώσεις του ΝΟΚ και των τροποποιήσεων από το 2019.

Είμαστε ο πρώτος Δήμος που προχώρησε στην απαγόρευση των υπογείων πέραν των περιγραμμάτων των κτηρίων, μετά την πρόσφατη ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για μερική αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών στον Δήμο, που κάνουν χρήση του άρθρου 17 παρ.6β περ.4 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ, 4067/2012).

Λάβαμε από το Δημοτικό Συμβούλιο την έκδοση απόφασης και απέστειλα «εντέλλεσθε» στην ΥΔΟΜ για να αναστείλει την έκδοση νέων αδειών δόμησης με χρήση των άρθρων 10,11, 15, 17, 19 και 25 του ΝΟΚ.

Έχω εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και είμαι βέβαιος ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας θα υπερασπιστεί  τη συνταγματική επιταγή της προστασίας του περιβάλλοντος. Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή προσχηματική αναβολή της “μεγάλης δίκης” για τον ΝΟΚ στην Ολομέλεια του ΣτΕ, θα επιτείνει την ανασφάλεια δικαίου τόσο στους ιδιοκτήτες, οικοπεδούχους και μηχανικούς όσο και στις δημόσιες αρχές και την κοινωνία των πολιτών, καθώς σε περίπτωση αναβολής, η απόφαση του ΣτΕ μετατίθεται για το 2025, ενδεχόμενο που θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο στο περιβάλλον, όσο και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών».

Ο Δήμαρχος Αλίμου, Ανδρέας Κονδύλης, τονίζει τα εξής:

“Ελπίζουμε το Ελληνικό Δημόσιο να μην ζητήσει αναβολή όπως ακούγεται ότι μπορεί να γίνει δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια στην κοινωνία και στην αγορά. Στην περίπτωση που εκδικαστεί η υπόθεση είμαστε αισιόδοξοι για την έκβασή της”.

Τα καίρια σημεία της πρόσθετης παρέμβασης επτά σημείων της ΚΕΔΕ στη δίκη του ΝΟΚ, στην Ολομέλεια του ΣτΕ

Σύμφωνα με ανάλυση του ecopress.gr, η πρόσθετη προσφυγή της ΚΕΔΕ αναφέρει ότι οι επίμαχες διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1,15 παρ. 8 και 19 παρ. 2 του ΝΟΚ είναι αντισυνταγματικές και ειδικότερα αντικείμενες στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστες και ζητά να ακυρωθούν. Ζητά επίσης να ακυρωθούν οι ρυθμίσεις που επιτρέπουν πατάρια, ερκέρ, σοφίτες κ.α. στα κτίρια τα οποία δεν προσμετρούνται στην οικοδομήσιμη επιφάνεια επικαλούμενη τις σχετικές αιτιάσεις απόφασης του ΣτΕ  (662/2024).

Η πρόσθετη προσφυγή της ΚΕΔΕ, που κατατέθηκε από ομάδα διακεκριμένων νομικών, με επικεφαλής την Γλυκερία Σιούτη καθηγήτρια Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και τον δικηγόρο Νικόλαο Κανελλόπουλο, με δημοσιογραφική αξιολόγηση και επεξεργασία αναφέρεται σε επτά σημεία κατά των νομοθετημένων και επιχειρημάτων του ΥΠΕΝ στη δίκη του ΣτΕ και παρουσιάζεται ως εξής:

1. Το ΥΠΕΝ κατάργησε τα μπόνους του ΝΟΚ στις δημοτικές ενότητες Ψυχικού, Φιλοθέης και Εκάλης

Ως «θεμελιώδης αντίφαση» του νομοθέτη και ότι το υπουργείο Περιβάλλοντος  νομοθετώντας «συνομολογεί την αντισυνταγματικότητα της οριζόντιας εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων» για τα κίνητρα του ΝΟΚ επισημαίνεται στην προσφυγή της ΚΕΔΕ, για την περιβόητη νομοθετική ρύθμιση, που κατατέθηκε με «εντολές άνωθεν» από το υπουργείο Περιβάλλοντος και ψηφίστηκε το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, πριν διαλυθεί η Βουλή για τις εθνικές εκλογές του 2023, με την οποία κατάργησε  τα μπόνους δόμησης στα ύψη των κτιρίων του ΝΟΚ του νόμου ν. 4067/2012, στις δημοτικές ενότητες Ψυχικού, Φιλοθέης και Εκάλης. Δείτε εδώ στο ecopress

«Με το άρθρο 120 παρ. 1 του ν. 5043/2023 (ΦΕΚ Α’ 91/2023), ο ίδιος ο νομοθέτης προέβη στην εξαίρεση της εφαρμογής των ως άνω κινήτρων σε ορισμένες «Κηπουπόλεις» της Αττικής, και συγκεκριμένα στις δημοτικές ενότητες Ψυχικού, Φιλοθέης και Εκάλης» και μάλιστα σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικής υιοθέτησης των κινήτρων του ΝΟΚ επισημαίνεται σχετικά και υπογραμμίζεται ότι:

-«Προκύπτει, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης, ενώ υποστηρίζει την συνταγματικότητα της οριζόντιας εφαρμογής των επίμαχων κινήτρων στο σύνολο της Επικράτειας, με την δικαιολόγηση ότι δήθεν τα κίνητρα αυτά είναι ευεργετικά για το σύνολο των οικισμών της Χώρας, πάλι ο ίδιος, δια μεταγενέστερης νομοθετικής ρύθμισης, εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων τις συγκεκριμένες τρεις περιοχές της Αττικής, όπου ισχύουν ειδικότερα διατάγματα, αναγνωρίζοντας δηλαδή και συνομολογώντας ότι τα επίμαχα κίνητρα δεν είναι ούτε αναγκαία αλλά ούτε και πρόσφορα προς επίτευξη των επιδιωκόμενων, από τον νόμο, σκοπών οριζοντίως σε όλη την Επικράτεια», σημειώνεται στην προσφυγή και τονίζεται ότι:

-«Με τον τρόπο αυτό, ωστόσο, ο νομοθέτης περιέπεσε σε μία θεμελιώδη αντίφαση, δεδομένου ότι οι τρεις εξαιρεθείσες περιοχές δεν είναι οι μόνες ‘Κηπουπόλεις της Αττικής, ούτε βέβαια οι μόνες περιοχές στις οποίες ισχύουν ειδικότερα διατάγματα τα οποία προσφέρουν ευνοϊκότερο, από την άποψη του περιορισμού της δόμησης, πολεοδομικό καθεστώς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης επί της ουσίας συνομολογεί την αντισυνταγματικότητα της οριζόντιας εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων, αναγνωρίζοντας μάλιστα ο ίδιος τη δυσαναλογία των ρυθμίσεων, εφόσον αυτά δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε και πρόσφορα για την επίτευξη των ανωτέρω -ισχυριζόμενων από τον ΝΟΚ- σκοπών δημοσίου συμφέροντος».

2. «Φύλλο και φτερό» η μεταβατική ρύθμιση ψαλίδι του ΥΠΕΝ για τα μπόνους του ΝΟΚ

Η προσφυγή της ΚΕΔΕ κάνει «φύλλο και φτερό» τη μεταβατική νομοθετική ρύθμιση, που θεσμοθέτησε το ΥΠΕΝ τον Απρίλιο του 2024 και σημειώνει ότι πρόκειται για  «ακόμη μεγαλύτερη απόδειξη της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων». Η ρύθμιση του άρθρου 132 του ν. 5106/2024 εκδόθηκε  σε συνέχεια των αποφάσεων με αιτιάσεις αντισυνταγματικότητας για τα κίνητρα του ΝΟΚ που εκδόθηκαν από το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ και παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου για τελική κρίση και των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν από του Δήμους και την ΚΕΔΕ.

Η σχετική ρύθμιση προβλέπει περιορισμό στην προσαύξηση του συνολικού ύψους των κτιρίων με τα μπόνους του ΝΟΚ, για μεταβατική περίοδο έως την ολοκλήρωση των νέων Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων στο τέλος του 2025, με ειδική μελέτη και ελέγχους από ελεγκτές δόμησης για υπερβάσεις και ότι οι οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί προ της 1ης Μαΐου 2024 υλοποιούνται με τη χρήση των κινήτρων.

Στην προσφυγή της ΚΕΔΕ σημειώνεται ότι «από την ανωτέρω μεταγενέστερη νομοθετική διάταξη, ευχερώς προκύπτουν τα εξής:

α) Το ίδιο το ΥΠΕΝ συνομολογεί ότι το εν θέματι κίνητρο δεν δύναται να είναι εν τοις πράγμασι και άνευ ετέρου ευεργετικό σε κάθε περίπτωση, εφόσον νομοθετικά περιόρισε την εφαρμογή του σε οικιστικές περιοχές με σ.δ. μεγαλύτερο του 0,8 και με ανώτατο όριο προσαύξησης.

β) Το ίδιο το ΥΠΕΝ συνομολογεί την έλλειψη μελέτης προ της υιοθέτησης των επίμαχων, πολεοδομικής φύσης διατάξεων, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον προβλέπει το πρώτον (μετά την υιοθέτηση και εφαρμογή των διατάξεων σε πλήθος οικοδομικών αδειών ανά την Επικράτεια) τώρα την εκπόνηση μελέτης «αξιολόγησης εφαρμογής των κινήτρων».

γ) Η προσωρινή αναστολή της εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 1 του ΝΟΚ μέχρι την εκπόνηση των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (εφεξής «ΤΠΣ») και πάντως μέχρι τις 31.12.2025, αν μη τι άλλο αναδεικνύει μια όλως θεμελιώδη αντίφαση:

-Από τη μία πλευρά, το Υπουργείο Περιβάλλοντος διατείνεται ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι άνευ ετέρου ευεργετικές και μάλιστα ανεξαρτήτως τυχόν υφιστάμενου ή, αντίστοιχα, υπό εκπόνηση πολεοδομικού σχεδιασμού, υιοθετώντας εν όψει αυτού τις ρυθμίσεις αυτές οριζοντίως σε επίπεδο ΝΟΚ αδιαφόρως προς τα υφιστάμενα ή τα προς εκπόνηση πολεοδομικά σχέδια (κάθε οικισμού). Με τον τρόπο αυτό, ο νομοθέτης φαίνεται, να υιοθετεί την άποψη ότι τα κριτήρια του ΝΟΚ είναι τόσο ευεργετικά που απαιτείται να εφαρμοστούν οριζοντίως στην Επικράτεια κατά τρόπο υπεράνω του πολεοδομικού σχεδιασμού.

-Από την άλλη, με την εν θέματι διάταξη αναστέλλεται η εφαρμογή του πλέον θεμελιώδους κινήτρου του άρθρου 10 παρ. 1 του ΝΟΚ, μέχρι την εκπόνηση των ΤΠΣ. Επομένως, ήδη το ίδιο το ΥΠΕΝ αναγνωρίζει ότι τον τελικό λόγο για το θέμα του πολεοδομικού σχεδιασμού των οικισμών θα τον έχουν τα υπό εκπόνηση ΤΠΣ και όχι ο ΝΟΚ, εφόσον με αυτά θα οριστούν, τελικώς, τα πολεοδομικά μεγέθη για κάθε οικισμό, και άρα το ποια κριτήρια του ΝΟΚ και σε τι βαθμό θα μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε κάθε οικισμό. Και τούτο, διότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υπήρχε σύνδεση, νομοθετικώς, μεταξύ της αναστολής εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 1 του ΝΟΚ και της εκπόνησης των ΤΠΣ ανά περιοχή».

-«Τι θα συμβεί, ωστόσο, στην περίπτωση που τα υπό εκπόνηση ΤΠΣ, για συγκεκριμένη περιοχή, καταλήξουν στο συμπέρασμα, κατόπιν επιστημονικής μελέτης, ότι τα συγκεκριμένα κίνητρα από των επίμαχων διατάξεων (όλα ή μέρος εξ αυτών) πρόκειται να επιβαρύνουν πολεοδομικά την επίμαχη περιοχή;» τίθεται το ερώτημα και υπογραμμίζεται ότι:

-«Είναι σαφές ότι στην περίπτωση αυτή θα αποκλειστεί η εφαρμογή τους δυνάμει του ίδιου του ΤΠΣ. Η πραγματική κατάσταση, ωστόσο, που θα έχει διαμορφωθεί στην περιοχή αυτή μέχρι εκείνο τον χρόνο θα περιλαμβάνει, αναγκαστικούς, και πλήθος οικοδομημάτων που θα έχουν ανεγερθεί δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων μέχρι τον χρόνο εκείνο».

-«Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι, εν τοις πράγμασι, με τις εν θέματι διατάξεις ο νομοθέτης έχει αθεμίτως και καθ’ υπέρβαση των ορίων που τίθενται από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, υπεισέλθει ο ίδιος στον πολεοδομικό σχεδιασμό κάθε συγκεκριμένης περιοχής, υπολαμβάνοντας, χωρίς την εκπόνηση οποιαδήποτε επιστημονικής μελέτης, ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι ευεργετικές για το σύνολο της Επικράτειας, δηλαδή οριζοντίως. Και τούτο, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν ούτε οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις αλλά και οι συνθήκες που ισχύουν σε κάθε περιοχή αλλά ούτε και η ανάγκη μη διαμόρφωσης δυσμενών πραγματικών καταστάσεων, ικανές να νοθεύσουν τον υπό εκπόνηση πολεοδομικό σχεδιασμό» λέει η ΚΕΔΕ στην προσφυγή της και επισημαίνει ως ατελέσφορη τη σχετική νομοθετική ρύθμιση επισημαίνοντας ότι:

«Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι η ανωτέρω νομοθετική τροποποίηση περί εν μέρει αναστολής της εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 1 του ΝΟΚ, (χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις λοιπές επίμαχες διατάξεις του ίδιου νόμου), αφενός δεν καταλαμβάνει τις προσβαλλόμενες οικοδομικές άδειες, οι οποίες έχουν εκδοθεί δυνάμει του ανωτέρω άρθρου, και αφετέρου δεν δύναται να επιλύσει το ανακύψαν ζήτημα, όπως άλλωστε έχει ήδη επισημάνει και η Επιτροπή Αναστολών του Δικαστηρίου Σας (βλ. ΕΑ ΣτΕ 101/2024), εφόσον:

 α) με αυτήν δεν επέρχεται η ολική κατάργηση της ως άνω διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 10 του ΝΟΚ, παρά μόνο η προσωρινή αναστολή εφαρμογής της και μάλιστα μόνο για συγκεκριμένες περιοχές και

β) με την μεταγενέστερη αυτή διάταξη ουδόλως αναστέλλεται ή καταργείται η εφαρμογή των λοιπών εκ των επίμαχων διατάξεων του ΝΟΚ».

3. Τι σημαίνει η απουσία ειδικής μελέτης για την εφαρμογή των κινήτρων του ΝΟΚ

Ιδιαίτερο βάρος δίνει η προσφυγή της ΚΕΔΕ στην απουσία ειδικής μελέτης συνδυαστικά με την εφαρμογή των κινήτρων του ΝΟΚ από την πλευρά του ΥΠΕΝ, η οποία είναι υπό εκπόνηση έως το τέλος του έτους,  τονίζοντας ότι οι διατάξεις για τα μπόνους δόμησης «έχουν ευθέως θεσπιστεί χωρίς την ειδική μελέτη, η οποία αφενός ρητώς προβλέπεται και επιτάσσεται από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά, ακόμη περισσότερο,  ειδικώς είχε επισημανθεί ως σχετική προϋπόθεση από την πάγια νομολογία του ΣτΕ σε  χρόνο πολύ προγενέστερο της υιοθέτησης των επίμαχων διατάξεων».

Παράλληλα επισημαίνονται σειρά λόγων τεκμηρίωσης της αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων toy NOK εξαιτίας απουσίας ειδικής μελέτης, όπως:

-Η  στάθμιση, από το Δικαστήριό, στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, κατά πόσον τα θεσπισθέντα πολεοδομικά κίνητρα («μπόνους»), πράγματι παρίστανται πρόσφορα και ικανά για τη βελτίωση των όρων διαβίωσης σε κάθε έναν οικισμό, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και την ιδιομορφία του ή εάν επιφέρουν επιδείνωση των όρων διαβίωσης στους οικισμούς τους οποίους αφορούν, ώστε να διαπιστωθεί η ανάθεσή τους προς την συνταγματική αρχή.

-Η  μελέτη πρέπει, με κριτήρια αμιγώς πολεοδομικά που να αναφέρονται, όχι απλώς στα συγκεκριμένα ακίνητα στα οποία θα εφαρμόζονται τα κίνητρα, αλλά στην ευρύτερη περιοχή του οικισμού, να αξιολογεί την εφαρμογή των πολεοδομιών αυτών κριτηρίων με γνώμονα τον βαθμό της οικιστικής ανάπτυξής του, τα περιθώρια της επιβάρυνσής του, τη θέση, τις ιδιαιτερότητες, τα χαρακτηριστικά του, και την εν γένει φυσιογνωμία του, σύμφωνα με  την απόφαση 1186/2024 του ΣτΕ  για το περιεχόμενο της ειδικής αυτής μελέτης.

-Στοιχείο της μελέτης αποτελεί επίσης και ο καθορισμός της συνολικής επιβάρυνσης της περιοχής, στην οποία εφαρμόζονται τα κίνητρα, ώστε να μην υπερβαίνει το όριο, πέρα από το οποίο αλλοιώνεται η οικιστική φυσιογνωμία της περιοχής με βάση το οικοδομικό σύστημα που έχει ήδη αναπτυχθεί και τους ισχύοντες σε αυτήν όρους δόμησης και τις χρήσεις.

-Η  οικιστική πυκνότητα της περιοχής, πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, ως μία από τις συνιστώσες της πολεοδομικής φυσιογνωμίας της περιοχής, ώστε η εφαρμογή να μη συνεπάγεται υπέρβαση του ορίου κορεσμού, το οποίο εκτιμάται για κάθε περιοχή, ενόψει και του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης και των οικιστικών συνθηκών που δημιουργήθηκαν με βάση τον συντελεστή αυτόν, προκειμένου να μην επιβαρύνονται περαιτέρω περιοχές, στις οποίες ισχύει ήδη υψηλός συντελεστής, αλλά και να μην επιδεινώνονται οι ευμενείς πολεοδομικές συνθήκες στις περιοχές, στις οποίες οι συνθήκες αυτές έχουν διαμορφωθεί, λόγω του ισχύοντος πολύ χαμηλού συντελεστή δόμησης (ΟλΣτΕ 2366-7/2007).

-Το ύψος των προσδιοριζόμενων κινήτρων, ελλείψει οποιασδήποτε μελέτης, καθίσταται ασαφές γιατί ικανοποιεί, λ.χ. το εικαζόμενο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας η προσαύξηση του συντελεστή δόμησης κατά 10% και 20%, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 10 του ΝΟΚ, αντί για προσαύξηση 5% και 10% ή ακόμα μικρότερη.

-Η έλλειψη της εξιδιασμένης επιστημονικής μελέτης, με την οποία θα τεκμηριώνεται αν, ενόψει της φυσιογνωμίας, των ιδιαιτεροτήτων και των αναγκών του οικισμού όπου ευρίσκεται το ένδικο ακίνητο, το «προσδοκώμενο» περιβαλλοντικό όφελος, παρά την αύξηση της δόμησης και του ύψους που επέρχεται με τα κίνητρα, παραμένει σημαντικό για τον οικισμό ή, ενδεχομένως, μειώνεται, εξανεμίζεται, ή, ακόμη, καθίσταται επιζήμιο για τον τόπο, καθιστά κατ’ ουσίαν ανέφικτη εκ μέρους του ακυρωτικού δικαστή τη στάθμιση μεταξύ των σκοπών δημοσίου συμφέροντος, με σκοπό την πρακτική εναρμόνισή τους, δηλαδή αφενός της ανάγκης προώθησης ενεργειακών πολιτικών και αφετέρου της προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος, προκειμένου να διαγνωσθεί αν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα από την εφαρμογή των επίμαχων όρων στην περιοχή θα επιφέρει επιδείνωση του οικιστικού περιβάλλοντος και των όρων διαβίωσης.

-Ένα φιλικό προς το περιβάλλον κίνητρο ανέγερσης κτηρίου, αν δεν εντάσσεται ορθολογικά και συστηματικά σε ορισμένη περιοχή, με λήψη υπόψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, δεν αποκλείεται να επιφέρει ζημία, πολλώ μάλλον όταν συνοδεύεται από αύξηση της δόμησης και του ύψους, που ενδέχεται να επισκιάζει το όποιο περιβαλλοντικό όφελος.

-Δεν αποκλείεται ένα φιλοπεριβαλλοντικό κίνητρο να μην είναι τόσο σημαντικό ή το ίδιο σημαντικό σε δυο περιοχές της χώρας. Έτσι, για παράδειγμα, μεγαλύτερη ίσως σημασία έχει η μείωση του ποσοστού κάλυψης ενός οικοπέδου σε μία πυκνοδομημένη περιοχή παρά σε μία αραιοκατοικημένη, στην οποία μπορεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτηρίου, λόγω της δυνατότητας αύξησης της δόμησης και του ύψους με την εφαρμογή των κινήτρων, να είναι ακόμη και αρνητικό.

-«Περίτρανη δε απόδειξη της έλλειψης οποιοσδήποτε σχετικής επιστημονικής μελέτης αποτελεί και η αντίκρουση των ισχυρισμών του αιτούντος Δήμου Αλίμου και των λοιπών αιτούντων από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ότι δηλαδή δήθεν τον ρόλο της μελέτης κατέχει η αιτιολογική έκθεση του ΝΟΚ. Ο ανωτέρω ισχυρισμός παρίσταται προδήλως αβάσιμος, όπως ήδη έχουν κρίνει οι παραπεμπτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου» λέει ακόμη η προσφυγή της ΚΕΔΕ και σημειώνει ότι:

-«Και τούτο, όχι μόνο επειδή, όπως κρίθηκε (βλ. την ΣτΕ 1186/2Θ24, σκ. 24η), η αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται εν γένει στα οφέλη στο οικιστικό περιβάλλον από τα επίμαχα κίνητρα, αλλά, πολύ περισσότερο, επειδή δεν θα υπήρχε -αντικειμενικώς- η δυνατότητα εκπόνησης επιστημονικής μελέτης που να συνοδεύει την παρούσα μορφή των επίμαχων διατάξεων του ΝΟΚ, δοθέντος ότι ουδεμία πολεοδομικού χαρακτήρα μελέτη δύναται να έχει ως πεδίο αναφοράς το σύνολο των περιοχών εντός σχεδίου της Επικράτειας».

4. Δεν εξετάστηκαν από το ΥΠΕΝ εναλλακτικές λύσεις για περιβαλλοντική και ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

Η προσφυγή της ΚΕΔΕ αντικρούει τη βασική επιχειρηματολογία του ΥΠΕΝ για την υπεράσπιση των μπόνους του ΝΟΚ ότι εξυπηρετούν την περιβαλλοντική και ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και προβάλλει επιχειρηματολογία ότι δεν εξετάστηκαν οικονομικά κίνητρα και πολεοδομικά αντικίνητρα για τον ίδιο σκοπό.

-«Το σύνολο των επίμαχων διατάξεων του ΝΟΚ παρίσταται ως περιοριστικό του συνταγματικού δικαιώματος στο περιβάλλον, κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον με αυτές επιτρέπεται η επιπλέον δόμηση και μάλιστα οριζοντίως στην Επικράτεια, είτε με τη μορφή της αύξησης του συντελεστή δόμησης είτε του ύψους της οικοδομής. Προς δε τον περιορισμό αυτό, προβάλλονται από το ΥΠΕΝ ως δικαιολογητικοί λόγοι αυτού η ανάγκη αύξησης της επιφάνειας των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων, η ανάγκη της αύξησης της φύτευσης εντός της πόλης και η ανάγκη αύξησης της ενεργειακής απόδοσης των κτισμάτων, εν όψει των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις πόλεις» λέει η προσφυγή της ΚΕΔΕ και επισημαίνει ότι:

-Για το ζήτημα της αναγκαιότητας των κινήτρων αυτών, από τους ισχυρισμούς του Υπουργείου, όπως άλλωστε έκρινε και το ΣτΕ στο πλαίσιο των παραπεμπτικών αποφάσεων:

α) δεν προκύπτει αν εξετάστηκαν και, αν εξετάστηκαν, γιατί δεν επιλέχθηκαν άλλου είδους κίνητρα, μη πολεοδομικής φύσης, και δη οικονομικά (απαλλαγές – εκπτώσεις από φόρους κάθε είδους, κ.ο.κ.). Και

β) δεν προκύπτει αν εξετάστηκε και, αν εξετάστηκε, γιατί απορρίφθηκε η απευθείας θέσπιση υποχρέωσης κατασκευής κτιρίων υψηλής ενεργειακής απόδοσης, ή, αντίστοιχα, η απευθείας μείωση του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης στις περιοχές ούτως ώστε να απελευθερωθούν ακάλυπτοι χώροι των οικοπέδων, δηλαδή χωρίς την παροχή αντίστοιχων κινήτρων αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

Επισημαίνεται  ειδικά σε ό,τι αφορά στην προσφορότητα των κινήτρων ακόμη ότι: «ελλείψει της ειδικής επιστημονικής μελέτης, που να προηγείται των ανωτέρω πολεοδομικών ρυθμίσεων του ΝΟΚ, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί, πόσο μάλλον να ελεγχθεί από το ΣτΕ εάν τα ανωτέρω κριτήρια είναι πράγματι αναγκαία και πρόσφορα για την ικανοποίηση των προβαλλόμενων, από τη Διοίκηση, σκοπών δημοσίου συμφέροντος». Και «των αναφερομένων στις αιτιολογικές εκθέσεις και, κατ’ αρχήν, θεμιτών σκοπών των ρυθμίσεων αυτών, ήτοι της ενεργειακής αναβάθμισης των κτηρίων και της αύξησης των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων πρασίνου».

 5. Υπερισχύουν με αποφάσεις του ΣτΕ ειδικά διατάγματα προϋφιστάμενα του ΝΟΚ

Στη  νομολογία και απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ  για το Δήμο Αθηναίων και τα ύψη των κτιρίων, που έχει κρίνει  ότι ισχύουν για περιοχές ή οικισμούς συγκεκριμένοι όροι δομήσεως, όπως ανώτατα ύψη κτιρίων που έχουν οριστεί με ειδικά διατάγματα προϋφιστάμενα του ΝΟΚ και ότι δεν επιτρέπεται δια γενικής διατάξεως και χωρίς σχετική επιστημονική μελέτη κατάργηση, συλλήβδην, των ειδικών όρων δομήσεως που είχαν θεσπισθεί για κάθε περιοχή εστιάζει επίσης η προσφυγή της ΚΕΔΕ αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του ΥΠΕΝ.

Η προσφυγή της ΚΕΔΕ αναφέρεται στην  απόφαση 1383/2016 του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ και εν συνεχεία στην απόφαση 705/2020 της Ολομέλειας του ΣτΕ σημειώνοντας ειδικότερα ότι:

Tο Τμήμα αποφάσισε «αναφορικά με διάταξη του προγενέστερου ΓΟΚ 1985, ότι αντίθετη ερμηνεία, κατά την οποία, μετά την έναρξη ισχύος του ΓΟΚ 1985 αυξήθηκε «αυτομάτως» το ανώτατο ύψος των οικοδομών σε όλες τις περιοχές της χώρας σε συνάρτηση με τον ισχύοντα σ.δ., αδιαφόρως των προβλέψεων των ειδικών πολεοδομικών διατάξεων που ίσχυαν σε κάθε περιοχή, θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 24 παράγρ. 2 του Συντάγματος». Και  ότι:

«Ακολούθησε η αμετάκλητη κρίση της Ολομέλειας του ΣτΕ (βλ. ΟλΣτΕ 705/2020), με την οποία διατυπώθηκε εκ νέου η πάγια νομολογία ότι οι διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος απευθύνουν επιταγές στον νομοθέτη (τυπικό ή κανονιστικό) να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής».

-«Aπό το έτος 2020, οπότε και διατυπώθηκε εκ νέου η νομολογία του ΣτΕ, η οποία ήδη υφίστατο από το 2016, προέκυπτε σαφώς, αδιαστίκτως και χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία προς τον οποιονδήποτε (Διοίκηση ή ιδιώτη),

α) ότι τυχόν υφιστάμενα ειδικά πολεοδομικά διατάγματα κατισχύουν των διατάξεων τόσο του πρώην ΓΟΚ όσο και του νυν ΝΟΚ. Και

β) ότι ο νομοθέτης, και μάλιστα είτε δια πολεοδομικού νομοθετήματος είτε δια Οικοδομικού Κανονισμού, δεν δύναται να τροποποιεί συλλήβδην τους ισχύοντες, δια ειδικών διαταγμάτων, όρους δόμησης είτε οριζοντίως για την Επικράτεια είτε ad hoc για συγκεκριμένες περιοχές, χωρίς την προηγούμενη εκπόνηση ειδικής επιστημονικής μελέτης, από την οποία θα επιβεβαιωνόταν ότι οι σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις γίνονται για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και των όρων διαβίωσης των κατοίκων», λέει η προσφυγή της ΚΕΔΕ.

-«Οι δε ισχυρισμοί του αντιδίκου Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι η ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ δεν αφορά και δεν εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, δεδομένου ότι έκρινε επί ζητήματος προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος (για τον καθορισμό του ύψους κτιρίου στον πέριξ της Ακρόπολης χώρο) παρίστανται προδήλως αβάσιμοι και μη ανταποκρινόμενοι στη νομική πραγματικότητα». Αυτό διότι:

α) η  Ολομέλεια ουσιαστικά επανέλαβε εκ νέου ήδη διαμορφωμένη με προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία υφίοτατο τουλάχιστον από το έτος 2016 και οποία δεν αφορούσε στην προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και

β) η απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ, ρητώς και χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία εφαρμόζει και ερμηνεύει την πολεοδομική νομοθεσία, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά, στη σκέψη εκείνη, στη νομοθεσία περί προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, με τρόπο ώστε να μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε με την απόφαση εκείνη στις κρίσιμες διατάξεις δόθηκε μόνο εν όψει της ανάγκης προστασίας του μνημείου της Ακρόπολης».

6. Ο Οικοδομικός Κανονισμός κατέστη εν τοις πράγμασι γενικός πολεοδομικός νόμος

-«Ο Οικοδομικός Κανονισμός κατέστη εν τοις πράγμασι γενικός πολεοδομικός νόμος, εφόσον με αυτόν κατέληξαν να ρυθμίζονται ευθέως το σύνολο των κρίσιμων πολεοδομιών μεγεθών (συντελεστής δόμησης, συντελεστής κάλυψης, ύψος κτιρίου) και μάλιστα γενικά για όλη την Επικράτεια, αδιακρίτως:

 α) των ειδικών πολεοδομικών καθεστώτων που ισχύουν ανά περιοχή και

 β) των ειδικών πολεοδομικών συνθηκών που είχαν διαχρονικά διαμορφωθεί σε κάθε περιοχή» επισημαίνει στην προσφυγή της η ΚΕΔΕ και αναφερόμενη «στην επίδικη περίπτωση, με τις επίμαχες διατάξεις των άρθρων:

– 10 παρ. 1 (που εφαρμόζεται στους περισσότερους Δήμους της Περιφέρειας Αττικής με βάση τα τιθέμενα πληθυσμιακά κριτήρια),

-15 παρ. 8 και 19 παρ. 2 του ΝΟΚ, όπως ισχύουν παρέχονται, ως κίνητρα για την υιοθέτηση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών δόμησης, α) η προσαύξηση του συντελεστή δόμησης σε περίπτωση μείωσης του συντελεστή κάλυψης (άρθρο 10), και β) η άμεση ή έμμεση προσαύξηση του ύψους σε περίπτωση μείωσης του συντέλεση) κάλυψης (άρθρο 10 σε συνδυασμό με το άρθρο 15 παρ. 1) ή/και συνεπεία της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 8 του άρθρου 15 (προσαύξηση κατά 1 μ. λόγω φυτεμένου δώματος)» σημειώνεται ότι:

-«Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες παρά την ειδική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 5 του ίδιου του ΝΟΚ εφαρμόζονται ευθέως από τους ιδιώτες μηχανικούς για την έκδοση (αυτόματων) οικοδομικών αδειών μερίμνει των ιδίων, ο νομοθέτης κατόρθωσε, δια οικοδομικού κανονισμού, να υπεισέλθει ευθέως σε ζητήματα πολεοδομικού σχεδιασμού και μάλιστα οριζοντίως για όλη την Επικράτεια».

Η προσφυγή υποστηρίζει σχετικά ότι «θεσπίζονται πολεοδομικές παρεκκλίσεις από το υφιστάμενο για κάθε περιοχή πολεοδομικό καθεστώς, οι οποίες ενδέχεται να έχουν βλαπτικές για το οικιστικό περιβάλλον επιδράσεις, και μάλιστα οριζοντίως για όλη την Επικράτεια, χωρίς -προ της ψήφισης του νόμου αυτού – να έχει εκπονηθεί και εκτιμηθεί η απαραίτητη από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου Σας, εξιδιασμένη και ειδική επιστημονική μελέτη, από την οποία θα τεκμηριώνεται, πλήρως και εμπεριστατωμένα, με βάση επιστημονικά κριτήρια και όχι με βάση την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων (σύμφωνα με τη νομολογία Σας), κατά πόσον τα πολεοδομικά αυτά κίνητρα βελτιώνουν ή όχι τους όρους διαβίωσης για κάθε συγκεκριμένη περιοχή, κατ’ εφαρμογή, δηλαδή, της συνταγματικής αρχής του πολεοδομικού κεκτημένου».

7. Ο νομοθέτης αποδίδει πολεοδομικά μεγέθη για το σύνολο της χώρας, ως οιονεί πολεοδόμος

«Ο νομοθέτης, δια των επίμαχων διατάξεων, υπερέβη τα συνταγματικά όρια του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, και επιχείρησε ο ίδιος να αποδώσει πολεοδομικά μεγέθη για το σύνολο της Χώρας, δηλαδή ως οιονεί πολεοδόμος, όχι μόνο χωρίς την απαιτούμενη εκ της ανωτέρω διάταξης μελέτη αλλά, επιπλέον, και με πρόδηλη νόθευση και στρέβλωση του υφιστάμενου και υπό εκπόνηση πολεοδομικού σχεδιασμού (δια κανονιστικών πράξεων)» σημειώνεται στην προσφυγή της ΚΕΔΕ.

-Ειδικότερα σημειώνεται ότι:

-Από τη μία πλευρά στρεβλώνεται ο υφιστάμενος σχεδιασμός, δηλαδή τα ειδικά καθεστώτα ανά οικισμό της Χώρας, εφόσον δυνάμει των επίμαχων διατάξεων ανεγείρονται κτίρια συλλήβδην στην Επικράτεια (και δη στην Περιφέρεια Αττικής) κατά πολύ μεγαλύτερα από τα προβλεπόμενα στα υφιστάμενα πλαίσια.

-Από την άλλη πλευρά, νοθεύεται ο υπό εκπόνηση σχεδιασμός (δηλαδή τα υπό εκπόνηση Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια για σχεδόν το σύνολο των Δήμων της Χώρας), τα οποία, αναγκαστικώς, θα κληθούν να λάβουν υπ’ όψιν τη διαμορφωθείσα  (μέχρι και τον κρίσιμο χρόνο έγκρισής τους) πραγματική κατάσταση με τα ανεγερθέντα (μέχρι τότε) κτίρια του ΝΟΚ, ακόμα κι αν τούτο δεν είναι τελικώς προς το συμφέρον των κατοίκων και των όρων διαβίωσής αυτών. Πόσο μάλλον, εφόσον όπως ορθώς έχουν επισημάνει οι παραπεμπτικές αποφάσεις Σας, ελλείψει μελέτης, είναι αδύνατο επί του παρόντος να διαπιστωθούν τα τυχόν «ευεργετικά» αποτελέσματα των επίμαχων κινήτρων» λέει η προσφυγή.

«Είναι παντελώς απρόσφορη και εκ θεμελίου αντίθετη στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος η υιοθέτηση πολεοδομιών ρυθμίσεων, που αφορούν στα πλέον ουσιώδη πολεοδομικά μεγέθη του οικισμού (συντελεστής δόμησης, συντελεστής κάλυψης και ύψος), δια οικοδομικού κανονισμού (γενικού νόμου) και όχι δια πολεοδομικού σχεδίου, ακριβώς επειδή με αυτόν τον τρόπο είναι εκ προοιμίου αδύνατη η εκπόνηση της απαιτούμενης επιστημονικής μελέτης, δοθέντος ότι εκ της φύσεώς του, ο οικοδομικός κανονισμός (περιέχων τεχνικά ζητήματα μορφής και λειτουργικότητας των κτιρίων), αφορά στο σύνολο της Επικράτειας και όχι σε κάθε επιμέρους οικισμό» αναφέρεται ακόμη στην προσφυγή της ΚΕΔΕ.