φυλακές-λάρισας-η-σοκαριστική-ιστορί-1581169
ΚΟΙΝΩΝΙΑ | 05.05.2026 | 23:58

Φυλακές Λάρισας: Η σοκαριστική ιστορία του 23χρονου Γιάννη

Ο 23χρονος Γιάννης, τρόφιμος στο Κατάστημα Κράτησης της Λάρισας, περιμένει ανυπόμονα την αποφυλάκιση του που θα λάβει χώρα σε δύο χρόνια, με την ελπίδα ότι θα καταφέρει να ξεφύγει μία ζωή παραβατικότητας που πολλές φορές τον έφερε κοντά στο θάνατο. Στο πλαίσιο της εκπομπής «Πρωταγωνιστές», ο Γιάννης διηγήθηκε τη σοκαριστική ιστορία της ζωής του, τονίζοντας, όμως, την ηράκλεια προσπάθεια του να ξεφύγει από την παλιά ζωή του.

Η σοκαριστική αφήγηση του 23χρονου Γιάννη

«Είμαι ο Γιάννης 23 ετών, τώρα τελειώνω την Α’ Γυμνασίου και πιστεύω ότι σε ένα δυο χρόνια θα βγω. Περνάω δυσκολίες εδώ, δεν έχουν οι δικοί μου να μου στείλουν λεφτά και αναγκάζομαι να την βγάζω περίεργα. Πρέπει να υπάρχει δουλειά μέσα, να κάνεις μια δουλειά για έναν άλλον για να σου δώσει έναν καπνό.

Με πάτησε το λεωφορείο, ήμουν κάτω από την ρόδα. Ήμουν 19 χρονών. Τρακάραμε μετωπική, εγώ μπήκα κάτω από το λεωφορείο και σταμάτησε η ρόδα πάνω στο κεφάλι μου. Είχα τη μάνα μου πίσω για να πάω στο μάρκετ και μου έκλεισε τον δρόμο, πάτησα φρένο με την μηχανή, δεν σταματούσε. Ήθελα πολύ γκάζι, την έκανα 1200 τούρμπο και δεν άργησε να γίνει η στραβή αφού είχε πολύ γκάζι.

Είχα μπλέξει με τους καρχαρίες που λένε έξω. Έκανα εμπόριο ναρκωτικών, κόκα, πρέζα, ότι κουνιόταν το πουλούσα.

Από όταν ήμουν παιδάκι μέσα στο σπίτι έβλεπα τον πατέρα μου να χτυπάει την μάνα μου και οι δύο έκαναν ναρκωτικά. Εγώ βγήκα ναρκομανής από την κοιλιά της, με στερητικά βγήκα. Αυτό είχα μάθει από την μάνα μου, το ξεκίνησα και εγώ. Η μάνα μου μπήκε φυλακή και σταμάτησε τα πάντα.

Εδώ στη Λάρισα είμαι έναν χρόνιο, είχα βγάλει άλλον έναν χρόνο στις φυλακές Αυλώνα. Με μαχαίρωσαν, μου έκαναν τέτοια.

Είχα ξεκόψει έξι μήνες, αλλά σαν χαζός την πάτησα και ξεκίνησα ξανά με μια παρέα.

Μια μέρα είχα πιει πολλά ναρκωτικά και ήθελα καφέ, αλλά η ώρα ήταν 4 και ήμουν στην παραλία και συζητούσα με τον φίλο μου που θα βρούμε καφέ. Είχα πάντα πάνω μου ένα κατσαβίδι για το μηχανάκι. Εκεί που περπατούσαμε είδα ένα μαγαζί, λέω στον φίλο μου περίμενε εδώ βρήκαμε καφέ, άστο ξέρω εγώ τι θα κάνουμε. Μπήκα στο μαγαζί, δεν πείραξα καθόλου τα λεφτά, έφτιαξα τους καφέδες, αλλά το μαγαζί είχε συναγερμό που χτυπούσε στην αστυνομία. Μόλις πάω να βγω έξω με σήκωσαν στον αέρα και μου έβαλαν και χειροπέδες, πήγαινα και κόντρα με τους αστυνομικούς…

Έκανα πολλές τρέλες…

Είχα παρατήσει το σχολείο, στην Α΄ Γυμνασίου είχα βρει ένα μηχανάκι και είχα πει στην μάνα μου ή θα μου το πάρεις εσύ ή θα κλέβω κάθε μέρα μηχανάκια. Τι να κάνει και αυτή η καημένη μου το πήρε… Πήγαινα σχολείο 8 η ώρα και 8.10 έφευγα για να κάνω σούζες με το μηχανάκι.

Τώρα στις φυλακές πάω σχολείο, μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν δράση.

Όταν βγω θέλω να τα σταματήσω όλα, θέλω να πιάσω δουλειά ή ντελίβερι ή μηχανικός, ξέρω να φτιάχνω μηχανάκια. Πως θα φάω όλα μου τα χρόνια μέσα στη φυλακή; Δεν θέλω να γίνω σαν τον πατέρα μου μπες βγες στις φυλακές, και τώρα στην φυλακή είναι. Θυμάμαι που χτυπούσε τη μάνα μου και από τότε δεν θέλω να έχω επαφές μαζί του».