ΕνΔΕ: «Όχι» στις αλλαγές για τις διοικήσεις των δικαστηρίων και τις αναιρέσεις
Σειρά σοβαρών ενστάσεων για διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού… – Λοιπές διατάξεις» διατυπώνει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), υποστηρίζοντας ότι κρίσιμες ρυθμίσεις δεν τέθηκαν ποτέ σε δημόσια διαβούλευση πριν εισαχθούν προς ψήφιση στη Βουλή.
Η Ένωση κάνει λόγο για παρέκκλιση από τις αρχές της καλής νομοθέτησης, καθώς –όπως επισημαίνει– αλλαγές που αφορούν το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και το υπηρεσιακό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών προστέθηκαν στο νομοσχέδιο χωρίς να προηγηθεί θεσμικός διάλογος.
Αντίθεση στην παράταση των διοικήσεων των δικαστηρίων
Στο επίκεντρο της ανακοίνωσης βρίσκεται το άρθρο 37, με το οποίο η διάρκεια της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων αυξάνεται από δύο σε τρία έτη, ενώ παρατείνεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027 η θητεία των διοικήσεων στα μεγάλα δικαστήρια της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης.
Η ΕνΔΕ υποστηρίζει ότι οι συνεχείς παρατάσεις τείνουν να μετατραπούν από εξαίρεση σε κανόνα:
«Η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι το αυτοδιοίκητο αποτελεί βασική εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας, καθώς οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί επιλέγουν τις διοικήσεις των δικαστηρίων τους σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η Ένωση υπενθυμίζει ότι η διετής θητεία είχε θεσπιστεί μόλις το 2022, προκειμένου να διατηρείται η ισορροπία ανάμεσα στα δικαιοδοτικά και διοικητικά καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών, ενώ εκφράζει την αντίθεσή της και στη νέα παράταση των ήδη υπηρετουσών διοικήσεων.
Αναφορά στους πρώην ειρηνοδίκες
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους πρώην ειρηνοδίκες, οι οποίοι εντάχθηκαν στα Πρωτοδικεία μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
Η ΕνΔΕ υποστηρίζει ότι, δύο χρόνια μετά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης, οι συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί δεν έχουν ακόμη αποκτήσει τη δυνατότητα συμμετοχής στην εκλογή των διοικήσεων των δικαστηρίων όπου υπηρετούν, γεγονός που –κατά την άποψή της– συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων τους.
Για τον λόγο αυτό ζητά την απόσυρση της διάταξης ή, εναλλακτικά, ρητή δέσμευση του υπουργείου ότι η συγκεκριμένη παράταση θα είναι η τελευταία.
Διαφωνία για τους απολυθέντες δικαστικούς λειτουργούς
Ενστάσεις διατυπώνει η Ένωση και για το άρθρο 38, το οποίο τροποποιεί το πλαίσιο απασχόλησης δικαστικών λειτουργών που απολύονται ύστερα από απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Όπως αναφέρει, η νέα ρύθμιση περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες αξιοποίησής τους στο Δημόσιο, καθώς πλέον προβλέπεται διορισμός μόνο στις γραμματείες δικαστηρίων ή στις υπηρεσίες του υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ καταργείται η δυνατότητα τοποθέτησής τους γενικότερα σε δημόσιες διοικητικές θέσεις.
Η ΕνΔΕ εκτιμά ότι η αλλαγή αυτή αποδυναμώνει έναν θεσμό που λειτουργούσε ως εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας και ζητά να διατηρηθεί η προηγούμενη διατύπωση, η οποία επέτρεπε τον διορισμό «σε δημόσια διοικητική θέση».
Θετική αλλά με επιφυλάξεις για το νέο σύστημα αναιρέσεων
Αναφορικά με το άρθρο 59, που εισάγει περιορισμούς στην άσκηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο με όριο τα 20.000 ευρώ, η Ένωση εμφανίζεται πιο συγκρατημένη.
Αναγνωρίζει ότι η δημιουργία ενός μηχανισμού «φίλτρου» για τις αναιρέσεις αποτελεί πρακτική που εφαρμόζεται σε πολλά ευρωπαϊκά δικονομικά συστήματα και μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση του ρόλου του Αρείου Πάγου ως ανώτατου δικαστηρίου.
Μάλιστα, σημειώνει ότι η τελική μορφή της διάταξης είναι αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με εκείνη που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, καθώς προβλέπει δυνατότητα εξαίρεσης για υποθέσεις ιδιαίτερης νομικής σημασίας, αυξημένης πολυπλοκότητας ή περιπτώσεις που αφορούν την ενότητα της νομολογίας.
Ωστόσο, η ΕνΔΕ θεωρεί ότι η διατύπωση της διάταξης παραμένει ασαφής και μπορεί να δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα, ιδίως ως προς το αν οι απορριπτικές αποφάσεις ή υποθέσεις που δεν αποτιμώνται χρηματικά υπάγονται στον περιορισμό.
Για τον λόγο αυτό ζητά να υπάρξει ρητή νομοτεχνική βελτίωση, ώστε να αποσαφηνιστεί ότι οι απορριπτικές αποφάσεις και οι διαφορές που δεν είναι αποτιμητές σε χρήμα δεν εμπίπτουν στον περιορισμό του παραδεκτού της αναίρεσης.
Προτεινόμενα άρθρα
23.07.2026 | 17:51
23.07.2026 | 15:29






