ΕΛΣΤΑΤ: 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι σε κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα (πίνακες)
Τα στοιχεία για τον κίνδυνο φτώχειας όπως προκύπτουν από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC), έτους 2025, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2024 ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ). Η έρευνα αποτελεί τη βασική πηγή αναφοράς των συγκριτικών στατιστικών για την κατανομή του εισοδήματος και τον κοινωνικό αποκλεισμό, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Α. Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό
Με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2025, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό1 ανέρχεται στο 27,5% του πληθυσμού της Χώρας (2.797 χιλ. άτομα), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%) (Γράφημα 1). Στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη 2030», αναφορικά με την καταπολέμηση της φτώχειας, έχει τεθεί ως στόχος «να μειωθούν κατά 15 εκατομμύρια τα άτομα που βρίσκονται ή που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια να είναι παιδιά», έως το έτος 2030.

1 Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό: πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή με υλικές και κοινωνικές στερήσεις (δηλαδή πληθυσμός που στερείται τουλάχιστον 7 από έναν κατάλογο 13 αγαθών και υπηρεσιών) ή που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας (περισσότερες πληροφορίες στις επεξηγηματικές σημειώσεις).

Η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού και της υλικής και κοινωνικής στέρησης σε 14,9% το 2025 από 14,0% το 2024 (Γράφημα 2).
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (29,6%), αυξημένος σε σχέση με το 2024 (27,9%) (Πίνακας 1).
Το ποσοστό πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας υπολογίζεται σε 7,6% επί του συνόλου του πληθυσμού αυτής της ομάδας ηλικιών, εμφανίζοντας μείωση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το έτος 2024. Το ποσοστό για τους άνδρες ανέρχεται σε 6,9% και για τις γυναίκες σε 8,4% (Πίνακας 2).
Σε δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές – NUTS 1 – (Αττική, Νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της Χώρας, ενώ στις άλλες δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές (Βόρεια Ελλάδα, Κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα (Γράφημα 3).

Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού νοικοκυριών με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 36,1%, ενώ των νοικοκυριών δύο ενηλίκων με ένα
εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 22,1% (Πίνακας 4).
Ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού που διαβιεί σε ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις ανέρχεται σε 22,5%, σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις σε 26,3%, ενώ σε ενοικιασμένη σε τιμές αγοράς κατοικία σε 30,6% (Πίνακας 5).
Στον Πίνακα 17 παρουσιάζεται ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού της περιόδου 2015- 2025, για όσα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα της έρευνας τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Β. Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας2 και κατώφλι κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις
Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών (Πίνακας
6). Το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών της Χώρας εκτιμήθηκε σε 21.724 ευρώ.
Το έτος 2025 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος το έτος 2024), το 19,6% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας3 μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, παραμένοντας σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στο Γράφημα 4 παρουσιάζεται ο δείκτης κινδύνου φτώχειας της περιόδου 2015-2025.

*Επισημαίνεται ότι η περίοδος αναφοράς των εισοδημάτων αφορά στο προηγούμενο έτος από το έτος διενέργειας της έρευνας, δηλ. στα αντίστοιχα έτη 2014-2024.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 896 χιλ. σε σύνολο 4.286 χιλ. νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.991 χιλ. στο σύνολο των 10.158 χιλ. ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της Χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,8%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (22,4%), ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18-64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 18,2% (19,1% το 2024) και 20,9% (18,8% το 2024), αντίστοιχα (Πίνακας 7).
Ο κίνδυνος φτώχειας, υπολογιζόμενος με κατώφλια διαφορετικά του 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:
• 6,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος,
• 11,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος και,
• 25,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, αντίστοιχα.
Στο Γράφημα 5 παρουσιάζεται η σημασία του επιπέδου εκπαίδευσης στη μείωση του κινδύνου φτώχειας.
Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας.
Για το έτος 2025, ο κίνδυνος φτώχειας εκτιμάται σε 29,9% για όσους έχουν ολοκληρώσει προσχολική, πρωτοβάθμια και το πρώτο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε 18,3% για όσους έχουν ολοκληρώσει το δεύτερο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σε 7,1% για όσους έχουν ολοκληρώσει το πρώτο και το δεύτερο στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους εργαζομένους 18-64 ετών ανέρχεται σε 9,7%, σημειώνοντας μείωση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το έτος 2024. Μείωση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες παρουσίασε το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τις εργαζόμενες γυναίκες 18-64 ετών, και μείωση κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό για τους εργαζόμενους άνδρες αυτής της ηλικιακής ομάδας, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 6,5% και 12,0% (Πίνακας 10).
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 9,1%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 21,4% (Πίνακας 11).
Γ. Κοινωνικές μεταβιβάσεις και κίνδυνος φτώχειας
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων4 και των συντάξεων5 στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 43,9% ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 23,2% (Γράφημα 6, Πίνακες 8 και 9). Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 20,7 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες (Γράφημα 6, Πίνακες 7, 8 και 9).

Δ. Βάθος (χάσμα) του κινδύνου φτώχειας
Το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας αναφέρεται στην εισοδηματική κατάσταση των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας. Για την εκτίμησή του υπολογίζεται η διαφορά μεταξύ του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας για το σύνολο του πληθυσμού καιτου διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του φτωχού πληθυσμού, η οποία εκφράζεται ως ποσοστό επί του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας.
Γράφημα 7. Βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας: 2015-2025

Για το έτος 2025, το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας ανήλθε σε 21,7% του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας, σημειώνοντας μείωση κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (Γράφημα 7, Πίνακας 12). Με βάση το ποσοστό αυτό, εκτιμάται ότι το 50% των φτωχών κατέχουν εισόδημα μικρότερο από το 78,3% του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας (το οποίο ανέρχεται σε 7.020 ευρώ), δηλαδή κάτω από 5.496,6 ευρώ, ετησίως, ανά άτομο.
Όπως παρουσιάζεται στο Γράφημα 7, το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας το έτος 2016 ανήλθε σε 31,9% σημειώνοντας τη μεγαλύτερη τιμή των τελευταίων ετών. Έκτοτε, παρουσιάζει μείωση, εκτός από το έτος 2020 που εμφάνισε μικρή αύξηση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, και το έτος 2024 οπότε σημείωσε αύξηση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023.
E. Κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, υπολογιζόμενος με το κατώφλι φτώχειας των ετών 2008 και 2019 (εκφρασμένου σε τιμές του έτους 2024 με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή)
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις υπολογιζόμενος με το κατώφλι φτώχειας σε μια σταθερή χρονική στιγμή ─ και συγκεκριμένα τα έτη 2008 και 2019 ─ αποτελεί ένδειξη για το εάν το επίπεδο διαβίωσης για τα χαμηλότερα εισοδήματα παρουσιάζει βελτίωση με το πέρασμα του χρόνου. Ο σκοπός αυτής της σύγκρισης είναι να καταγράψει πώς μεταβάλλεται ο κίνδυνος φτώχειας σε απόλυτους και όχι σε σχετικούς όρους, δηλαδή όταν το κατώφλι φτώχειας παραμένει διαχρονικά σταθερό σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας για το έτος 2025 υπολογιζόμενο με το κατώφλι φτώχειας έτους 2008 (δηλαδή το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά, των οποίων το συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κατά το έτος 2025 είναι χαμηλότερο του 60% της διαμέσου του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του έτους 2008 εκφρασμένου σε τιμές του έτους 2024 με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή), εκτιμάται σε 28,1%. Αυτό σημαίνει ότι ποσοστό 28,1% του πληθυσμού του έτους 2025, θα κατατασσόταν ως εκτεθειμένο στον κίνδυνο φτώχειας με βάση τις συνθήκες του έτους 2008 (Πίνακας 13). Οι γυναίκες καταγράφουν υψηλότερο ποσοστό σε σχέση με τους άνδρες (29,7% έναντι 26,6%), ενώ η ομάδα ηλικιών με το υψηλότερο ποσοστό (33,2%) είναι αυτή των ατόμων 65 ετών και άνω.
Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας για το έτος 2025 υπολογιζόμενο με το κατώφλι φτώχειας έτους 2019 (δηλαδή το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά, των οποίων το συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κατά το έτος 2025 είναι χαμηλότερο του 60% της διαμέσου του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του έτους 2019 εκφρασμένου σε τιμές του έτους 2024 με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή), εκτιμάται σε 11,3%. Επομένως, το 11,3% του πληθυσμού του έτους 2025 θα κατατασσόταν ως εκτεθειμένο στον κίνδυνο φτώχειας με βάση τις συνθήκες του έτους 2019 (Πίνακας 14).
Οι γυναίκες καταγράφουν υψηλότερο ποσοστό σε σχέση με τους άνδρες (11,8% έναντι 10,8%), ενώ η ομάδα ηλικιών με το υψηλότερο ποσοστό (12,9%) είναι αυτή των παιδιών έως και 17 ετών.
ΣΤ. Εξέλιξη του εισοδήματος των νοικοκυριών
Το 16,0 % των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, το 9,2% των νοικοκυριών δήλωσε ότι μειώθηκε και το 74,8% των νοικοκυριών ότι παρέμεινε το ίδιο (Πίνακας 15)


Προτεινόμενα άρθρα
11.05.2026 | 20:30
11.05.2026 | 20:00
11.05.2026 | 19:45






