δημόσιες-συμβάσεις-έκθεση-εεσ-μειώνε-1097511
ΔΗΜΟΣΙΟ | 06.12.2023 | 09:40

Δημόσιες συμβάσεις-Έκθεση ΕΕΣ: Μειώνεται το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων (έγγραφο)

Συνεχώς μειώνεται το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων της ΕΕ για δημόσιες συμβάσεις σύμφωνα με την ειδική έκθεση 28/2023, με τίτλο «Λιγότερος ανταγωνισμός στις συμβάσεις έργων, αγαθών και υπηρεσιών τη δεκαετία μέχρι το 2021» του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Χαρακτηριστικό είναι ότι πάνω από 4 στις 10 δηµόσιες συµβάσεις στην Ελλάδα, ανατίθενται ύστερα από διαδικασίες στις οποίες υπήρχε µόνο µία προσφορά, ενώ ακόµη και όταν υπάρχουν πάνω από µία προσφορές ο µέσος όρος ανά διαδικασία είναι µόλις 2,6 συµµετέχοντες.

Πρόκειται για το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., ενώ αξίζει να σηµειωθεί ότι το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πολύ χαµηλότερο, 14,9%. ∆εν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι ανοιχτοί ή κλειστοί διαγωνισµοί αφορούν στην πραγµατικότητα απευθείας αναθέσεις, καθώς οι όροι της προκήρυξης είναι «φωτογραφικοί» έτσι ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις συγκεκριµένη επιχείρηση και έτσι µόνο αυτή να καταθέτει προσφορά.

Σημειώνεται ακόμα ότι στην Ελλάδα καταγράφεται ο µεγαλύτερος χρόνος από τη στιγµή που λαµβάνεται µια απόφαση µέχρι και την ανάθεση της σύµβασης. Ο µέσος χρόνος στην Ελλάδα, µη συµπεριλαµβανοµένων των προσφυγών κατά των αποφάσεων ανάθεσης, είναι 232,6 ηµέρες, ενώ στην Ε.Ε. είναι κατά µέσον όρο 96,4 ηµέρες.

Τη διετία 2021-2022 καταχωρίσθηκαν στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο ∆ηµοσίων Συµβάσεων (ΚΗΜ∆ΗΣ) 314.006 συµβάσεις µε απευθείας ανάθεση συνολικής αξίας 4,45 δισ. ευρώ.

Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης: 

I Περίπου 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, ή το 14 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της ΕΕ, δαπανώνται κάθε χρόνο για δημόσιες συμβάσεις. Οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν βασική συνιστώσα της ενιαίας αγοράς τόσο από οικονομικής πλευράς όσο και από τη σκοπιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και βοηθούν τις δημόσιες αρχές να επιτύχουν την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής κατά την αγορά έργων, αγαθών και υπηρεσιών. Το νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις συναποτελείται από διάφορες οδηγίες, εκ των οποίων το 2014 μεταρρυθμίστηκαν δύο και εγκρίθηκε μία νέα.

II Με τη μεταρρύθμιση του 2014, στόχος των νομοθετών ήταν να καταστήσουν τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων περισσότερο ευέλικτες, να εισαγάγουν απλουστευμένες διαδικασίες, να βελτιώσουν την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις και να διευκολύνουν μια περισσότερο στρατηγική χρήση των συμβάσεων αυτών για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων. Η μεταρρύθμιση του 2014 αποσκοπούσε επίσης στην ενίσχυση των απαιτήσεων διαφάνειας και των διατάξεων για την ακεραιότητα, ώστε να εξασφαλίζεται καλύτερα η πρόληψη της διαφθοράς και της απάτης.

III Στο πλαίσιο του ελέγχου μας αξιολογήσαμε το επίπεδο ανταγωνισμού για τις δημόσιες συμβάσεις στην ενιαία αγορά της ΕΕ κατά τη δεκαετία που εξετάσαμε, όπως και τα μέτρα που έλαβαν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των εμποδίων στην ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών, με σκοπό την επίτευξη της βέλτιστης σχέσης ποιότητας/τιμής. Προκειμένου να αναλύσουμε την πορεία εξέλιξης του επιπέδου του ανταγωνισμού μέσα στον χρόνο, όπως και κατά πόσον η μεταρρύθμιση του 2014 είχε αντίκτυπο στα επίπεδα ανταγωνισμού και αν επιτεύχθηκαν άλλοι στόχοι της μεταρρύθμισης, χρησιμοποιήσαμε ανοικτά δεδομένα που ήταν διαθέσιμα για τις δημόσιες συμβάσεις στην ΕΕ τη δεκαετία έως το 2021. Για να διενεργήσουμε την ανάλυσή μας, αναπτύξαμε έναν διαδραστικό πίνακα εργαλείων, ο οποίος είναι διαθέσιμος στο κοινό και καθιστά δυνατή την περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων που συλλέχθηκαν για τον έλεγχό μας.

IV Διενεργήσαμε τον εν λόγω έλεγχο, προκειμένου να παρουσιάσουμε μια σαφή εικόνα της κατάστασης, καθώς και να ενημερώσουμε σχετικά με το επίπεδο ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις μία πενταετία μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις στα εθνικά δίκαια. Με τις συστάσεις μας, στόχος μας είναι να συμβάλουμε σε βελτιώσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών να επιτυγχάνουν τη βέλτιστη σχέση ποιότητας/τιμής.

V Συνολικά, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο ανταγωνισμού για τις δημόσιες συμβάσεις εκτέλεσης έργων, προμήθειας αγαθών και παροχής υπηρεσιών σημείωσε πτώση την τελευταία δεκαετία στην ενιαία αγορά της ΕΕ. Δεν υπάρχει ευαισθητοποίηση γύρω από το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη συμβάσεων με καλή σχέση ποιότητας/τιμής. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δεν έχουν κάνει συστηματική χρήση των διαθέσιμων δεδομένων για τον εντοπισμό των βαθύτερων αιτιών του περιορισμένου ανταγωνισμού, και έλαβαν μόνο αποσπασματικά μέτρα για τη μείωση των εμποδίων που αντιμετωπίζει ο ανταγωνισμός στις δημόσιες συμβάσεις.

VI Από την ανάλυση στην οποία υποβάλαμε τα διαθέσιμα δεδομένα προκύπτει σημαντική αύξηση των περιπτώσεων υποβολής μίας μόνο προσφοράς συνολικά, υψηλό επίπεδο απευθείας αναθέσεων στα περισσότερα κράτη μέλη και χαμηλό ποσοστό άμεσων διασυνοριακών δημόσιων συμβάσεων μεταξύ των κρατών μελών.

Δεδομένου ότι αρκετοί στόχοι της μεταρρύθμισης του 2014 παραμένουν ανεκπλήρωτοι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, από την έναρξη ισχύος τους, οι οδηγίες του 2014 δεν έχουν να επιδείξουν απτά αποτελέσματα. Αντιθέτως, προσφέροντες και αναθέτουσες αρχές υποστηρίζουν ότι οι διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων εξακολουθούν να συνεπάγονται σημαντική διοικητική επιβάρυνση, το μερίδιο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε τέτοιες συμβάσεις δεν έχει αυξηθεί σημαντικά και οι στρατηγικές (π.χ.

περιβαλλοντικές, κοινωνικές και καινοτόμες) πτυχές σπάνια λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Επίσης, καθώς τα ποσοστά δημοσίευσης παραμένουν χαμηλά, επηρεάζεται αρνητικά η διαφάνεια, μια βασική δικλίδα ασφαλείας κατά του κινδύνου απάτης και διαφθοράς. Σημειώνουμε επίσης ότι, μερικές φορές, ορισμένοι από τους στόχους της μεταρρύθμισης του 2014 ενδέχεται να αντιβαίνουν στον πρωταρχικό στόχο για διασφάλιση του ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις.

VII Στο πλαίσιο του ελέγχου μας διαπιστώθηκε επίσης ότι η Επιτροπή χρειάζεται να βελτιώσει η Επιτροπή την παρακολούθηση των δημόσιων συμβάσεων: η πληρότητα των δεδομένων που συλλέγονται σχετικά με τις ανατιθέμενες συμβάσεις παραμένει ανεπαρκής, ενώ δεν είναι όλα τα δεδομένα ακριβή. Υπάρχουν ελλείψεις στα εργαλεία παρακολούθησης της Επιτροπής που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια.

VIII Τέλος, από την ανάλυσή μας προκύπτει ότι τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη δεν δίνουν τη δέουσα προσοχή στον ανταγωνισμό στις δημόσιες συμβάσεις. Οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται για την ανάλυση των δεδομένων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις και τον εντοπισμό πιθανών λόγων στους οποίους οφείλεται το μειωμένο επίπεδο του ανταγωνισμού είναι σπάνιες, ενώ το πρόβλημα αυτό είναι ελάχιστα γνωστό σε επίπεδο Επιτροπής και κρατών μελών. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δρομολόγησε στρατηγική για τις δημόσιες συμβάσεις το 2017, οι δράσεις που έχει αναλάβει έκτοτε για την εξέταση ή την αντιμετώπιση των αιτιών της μείωσης του ανταγωνισμού στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων είναι ελάχιστες.

Αναλυτικά, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου: