Η έξαρση της ιλαράς και η χρησιμότητα των εμβολιασμών

  • Απο stergios
  • 23 Σεπτεμβρίου 2018 - 19:57
  • Comments Off

Σε μια εποχή αναβίωσης της επιδημικής έξαρσης της ιλαράς στην Ευρώπη και της εξάπλωσής της στη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση για τους εμβολιασμούς αναπόφευκτα καλά κρατεί.

Από τη μία το υπουργείο Υγείας επιχειρεί από την πλευρά του να «σώσει την ημέρα», καλύπτοντας τους ανθρώπους τους οποίους άφησαν ακάλυπτους οι πολιτικές που διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από την κοινωνική πρόνοια και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Από την άλλη, οι κατά καιρούς κραυγές και από επίσημα χείλη για ελλείψεις εμβολίων ή μέσων -γάντια, μάσκες κ.λπ.- ή η πρόσφατη κριτική μερίδας των παιδιάτρων για «νομιμοποίηση» της αντιεμβολιαστικής κουλτούρας, με αφορμή διευκρινιστική επιστολή του υπουργείου Υγείας του 2015 στην οποία μπερδεύονται η τεκμηριωμένη ιατρική αντένδειξη εμβολιασμού με τα προσωπικά δεδομένα, τις πιθανές παρενέργειες και την επιθυμία των γονιών να μην εμβολιάζουν τα παιδιά τους, αν μη τι άλλο μαρτυρούν τον φόβο επιστροφής του εφιάλτη των ξεχασμένων ασθενειών και της διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας.

Και ο φόβος είναι ακόμα μεγαλύτερος την εποχή της παγκόσμιας τάσης διστακτικότητας απέναντι στον εμβολιασμό (vaccine hesitancy) που διανύουμε.

Επιπολασμός 95%

«Η επανεμφάνιση της ιλαράς θα έπρεπε να αφυπνίσει ή έστω να προβληματίσει τους γονείς που νόμιζαν ότι τα λοιμώδη νοσήματα είναι παρελθόν. Παραμένουν στο παρελθόν όσο πραγματοποιούνται εμβολιασμοί. Σε αντίθετη περίπτωση ενέχεται ο κίνδυνος να τα δούμε όλα από την αρχή», λέει μιλώντας στην «Εφημερίδα των Συντακτών» η Μαρία Θεοδωρίδου, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμού, ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εν προκειμένω η επιστροφή της ιλαράς, λέει, οφείλεται στο γεγονός ότι σε όλες τις χώρες παραμένει ένας σημαντικός αριθμός παιδιών ανεμβολίαστων, λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων.

Στη χώρα μας έχουμε πάρα πολύ υψηλό εμβολιαστικό επιπολασμό, 95% και πάνω. Τα πιο πολλά παιδιά είναι εμβολιασμένα και έτσι προστατεύονται και τα παιδιά που δεν έχουν εμβολιαστεί.

Εκεί που υπάρχει πρόβλημα είναι στα παιδιά Ρομά, γιατί δεν ξέρουν, όχι γιατί δεν θέλουν. Είναι ένας μετακινούμενος πληθυσμός, ο οποίος δεν «υπακούει» στις προτάσεις για τον εμβολιασμό και πρέπει κανείς να πάει επιτόπου για να πραγματοποιήσει εμβολιασμούς, επισημαίνει ο Γιώργος Χρούσος, καθηγητής Παιδιατρικής, διευθυντής της Α’ Πανεπιστημιακής Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αγία Σοφία», επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος «Υγεία για Ολους», που εξετάζει και εμβολιάζει παιδιά Ρομά και παιδιά προσφύγων σε όλη τη χώρα.

Ταυτόχρονα, υπάρχει και η αντιεμβολιαστική κουλτούρα που έχει εισβάλει και στη χώρα μας. «Υπάρχει ένα αντιεμβολιαστικό κλίμα, ένα κλίμα διστακτικότητας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Δεν έχουμε νούμερα αντιπροσωπευτικά παρά μόνο μεμονωμένες εργασίες», λέει ο Γιάννης Μπασκόζος, γιατρός, γενικός γραμματέας Δημόσιας Υγείας του υπουργείου Υγείας, πρόεδρος της 26ης Μόνιμης Επιτροπής της Περιφερειακής Επιτροπής για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

«Οι γονείς που όντως αρνούνται και δεν κάνουν εμβόλια στα παιδιά τους είναι ένα μικρό ποσοστό, το οποίο θέλουμε να μειωθεί».

«Η άρνηση εμβολιασμού είναι παραλογισμός. Είναι ενάντια στο συμφέρον του ανθρώπου», λέει ο Γ. Χρούσος και προσθέτει ότι ορισμένοι γονείς επικαλούνται «εκ του ασφαλούς» το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση», από τη στιγμή που τα παιδιά τους προστατεύονται από τη γενική ανοσοποίηση του πληθυσμού. «Αν όμως το ποσοστό αυτό υποχωρήσει κάτω από ένα κρίσιμο όριο, τότε αυξάνεται ο κίνδυνος μετάδοσης νοσημάτων».

«Η ανοσία σε επίπεδο κοινότητας στηρίζεται στη σταθερά υψηλή εμβολιαστική κάλυψη για να αποφεύγεται η μετάδοση των νοσημάτων που προλαμβάνονται με εμβολιασμό. Οσο περισσότεροι γονείς επιλέγουν να μην εμβολιάσουν τα παιδιά τους τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος μετάδοσης των νοσημάτων αυτών», λέει ο Σωτήρης Τσιόδρας, αναπληρωτής καθηγητής Παθολογίας – Λοιμώξεων στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ).

Με την επιλογή του γονιού να μην εμβολιάσει το παιδί του θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο το ίδιο το παιδί αλλά και το κοινωνικό σύνολο, προσθέτει.

Επιπλέον, κάθε ασθένεια έχει διαφορετική μολυσματικότητα και θέλει διαφορετικό ποσοστό ανοσίας. Για παράδειγμα, στην ιλαρά η εμβολιαστική κάλυψη πρέπει να είναι άνω του 95%.

Σημαντικά επιτεύγματα

Εμβολιασμός παιδιού

Ο εμβολιασμός αποτελεί μία από τις πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις δημόσιας υγείας και προλαμβάνει, ετησίως, περίπου 2 με 3 εκατομμύρια θανάτους. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα παγκοσμίως, κατ’ εκτίμηση, 22 εκατομμύρια βρέφη δεν εμβολιάζονται πλήρως με τα προτεινόμενα εμβόλια, ενώ πάνω από 1,5 εκατομμύριο παιδιά κάτω των 5 ετών πεθαίνουν από νοσήματα τα οποία προλαμβάνονται με εμβολιασμό.

Από τη βρεφική ηλικία έως και την ενήλικη ζωή, ο εμβολιασμός προστατεύει από νοσήματα όπως διφθερίτιδα, τέτανος, κοκκύτης, πολιομυελίτιδα, ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα, ανεμοβλογιά και έρπης ζωστήρα, μηνιγγιτιδοκοκκικές και πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις, γαστρεντερίτιδα από ιό ρότα, ηπατίτιδα Α και Β, λοιμώξεις από HPV και γρίπη, τονίζει ο Σωτήρης Τσιόδρας.

Η εφαρμογή στρατηγικών εμβολιασμού τα προηγούμενα 30 έτη, σημειώνει, οδήγησε σε σημαντικά επιτεύγματα. Η ευρωπαϊκή ήπειρος ανακηρύχθηκε το 2002 ελεύθερη πολιομυελίτιδας, ενώ την περασμένη δεκαετία τα κρούσματα ιλαράς μειώθηκαν πάνω από 90%, γεγονός το οποίο δείχνει πόσο αποτελεσματικές μπορεί να είναι οι στρατηγικές εμβολιασμού.

«Οι πρόσφατες επιδημίες που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη τονίζουν την ευθύνη που έχουν όλες οι χώρες να ελέγξουν τα νοσήματα που προλαμβάνονται με εμβολιασμό», εξηγεί ο Σ. Τσιόδρας.

Εχουν, άραγε, δίκιο όσοι πιέζουν για αυστηροποίηση του πλαισίου, με επιβολή κυρώσεων σε γονείς (ή και παιδιά) που αρνούνται τον εμβολιασμό;

Ο κ. Μπασκόζος απαντά πως η αυστηροποίηση δεν είναι πανάκεια, όπως διαφάνηκε στην περίπτωση της Ιταλίας, που αναγκάστηκε πέρυσι να ανακαλέσει την επιβολή προστίμων στους γονείς που δεν εμβολίαζαν τα παιδιά τους.

Η αλλαγή κλίματος «απαιτεί με επιστημονικά επιχειρήματα και όχι με απειλές και κυρώσεις η πολιτεία και οι γιατροί να δημιουργήσουν μια νέα άποψη για τους εμβολιασμούς», λέει η Μ. Θεοδωρίδου.

Ουδέποτε πάντως προβλέπονταν κυρώσεις σε περιπτώσεις άρνησης των γονιών να εμβολιάσουν τα παιδιά τους στη χώρα μας. Ούτε εξαρτιόταν ποτέ η εγγραφή του παιδιού στο σχολείο από την εμβολιαστική του κάλυψη, καθώς προέχει το δικαίωμα του παιδιού στην εκπαίδευση.

Αύξηση τιμών

Ο εμβολιασμός, όπως κάθε ιατρική πράξη, σύμφωνα με γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, τονίζει ο Γ. Χρούσος, προϋποθέτει τη συναίνεση του προσώπου ύστερα από κατάλληλη πληροφόρηση.

Για τα παιδιά, η συναίνεση ζητείται από τους γονείς. Κατά συνέπεια δεν νοείται αναγκαστική υποβολή σε εμβολιασμό. Μόνο σε περίπτωση επείγουσας προστασίας της δημόσιας υγείας -π.χ. ιλαρά- μπορούν να επιβληθούν μέτρα περιορισμού για την προφύλαξη όσων παιδιών δεν έχουν εμβολιαστεί.

Ακόμα δύο θέματα που δεν βοηθούν προς την ανοσοποίηση του πληθυσμού αναδεικνύει ο Γιάννης Μπασκόζος: την εκτόξευση της τιμής των παιδικών εμβολίων κατά 2.700% (!) και την έλλειψή τους την τελευταία δεκαετία.

«Οι συχνές ελλείψεις λόγω ελλιπούς παραγωγής δημιουργούν προβλήματα στην πετυχημένη έκβαση του καθολικού εμβολιασμού», λέει και συμπληρώνει ότι «είναι κρίσιμο να αναληφθεί άμεση δράση για την αντιμετώπιση της αύξησης του κόστους των παιδικών εμβολίων, ώστε να μπορούν τα κράτη να εκπληρώσουν τους στόχους εμβολιασμού και να αποτραπεί η εξάπλωση ασθενειών στους πιο ευάλωτους πληθυσμούς».

Οταν άρχισε να ξηλώνεται το πουλόβερ της κοινωνικής πρόνοιας

Εμβολιασμός παιδιού

Η συζήτηση περί αποτελεσματικότητας των εμβολιαστικών προγραμμάτων για τα παιδιά αναγκαστικά ξεκινά από πολύ παλιά, τότε που άρχισε να ξηλώνεται το πουλόβερ της κοινωνικής πρόνοιας.

Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης Σημίτη το 1998 «Για την ανάπτυξη του εθνικού συστήματος κοινωνικής φροντίδας» καταργούσε ιδρύματα «στο πλαίσιο των προσαρμογών στις νέες συνθήκες και για την αποφυγή των αλληλοεπικαλύψεων».

Μεταξύ αυτών ήταν και τα 62 Ιατροκοινωνικά Κέντρα (ΙΑΚ) του ΠΙΚΠΑ, που παρείχαν δωρεάν τις υπηρεσίες τους σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες της χώρας, ανεξάρτητα από το αν ο χρήστης ήταν ασφαλισμένος ή όχι.

Την ίδια χρονιά, μελέτη του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού καταδείκνυε ότι σημαντικό ποσοστό των παιδιών της χώρας μας δεν εμβολιάζεται καθόλου, ενώ ένας ακόμα μεγαλύτερος αριθμός παιδιών εμβολιάζεται μερικώς (δεν συμπληρώνει όλες τις δόσεις).

Πολύ σοβαρότερο, σύμφωνα με τη μελέτη, ήταν το πρόβλημα στα μειονοτικά παιδιά.

Χρόνο με τον χρόνο οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν απεκδύθηκαν τις ευθύνες για προσφορά υπηρεσιών ειδικά στους Ρομά. Ολα τα προγράμματα βελτίωσης των συνθηκών ζωής των Ρομά έμειναν ανολοκλήρωτα.

Στις 12 Ιουνίου 1996, στο υπουργείο Υγείας, ομάδα υπουργών ανακοίνωσε ένα διετές πρόγραμμα ύψους τριών δισ. δραχμών για τους 200.000 Ρομά.

Τα μέτρα για την υγεία ήταν εντυπωσιακά: το πολυσέλιδο «πρόγραμμα ιατρικής παρακολούθησης» των Ρομά προέβλεπε τον εφοδιασμό των παιδιών και των ανασφάλιστων με βιβλιάρια υγείας, τη δημιουργία κινητών μονάδων, εμβολιασμούς, τεστ ΠΑΠ, οδοντιατρικές εξετάσεις κ.λπ.

Τον Ιούνιο του 2004, σε μια προσπάθεια ανάδειξης του κοινωνικού προφίλ της, η τότε κυβέρνηση, ενόψει εκλογών, διά στόματος του υπουργού Εσωτερικών της Κ. Σκανδαλίδη, παρουσίασε την επισκόπηση των προγραμμάτων για τους Ρομά και τους παλιννοστούντες.

Τα προγράμματα, μεταξύ άλλων, αφορούσαν τη διεξαγωγή 38 επισκέψεων από 3 κινητές μονάδες περίθαλψης σε καταυλισμούς Ρομά και τη λειτουργία 31 ιατροκοινωνικών κέντρων, ενώ αρχικά είχαν ανακοινωθεί 50.

Και άλλα τέτοια προγράμματα εξαγγέλθηκαν στη συνέχεια. Ομως, αντί να εφαρμοστούν μέσα από ένα ενιαίο σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την πρόληψη των ασθενειών και του οικογενειακού προγραμματισμού των Ρομά, εκχωρήθηκαν στην επιχειρηματική δραστηριότητα και σε εθελοντές.

Στην πιο πρόσφατη ιστορία, τα δίκτυα ΜΚΟ εξαπλώθηκαν και σε συνεργασία με δήμους και το κράτος συγκρότησαν για χρόνια προγράμματα εμβολιασμών, συνήθως χρηματοδοτούμενα από χορηγούς-επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε ανάλογους τομείς.

Τα προγράμματα αυτά αξιοποιούσαν συνήθως εθελοντική εργασία και παρείχαν χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες προς αντικατάσταση ακόμα και των ούτως ή άλλως υποβαθμισμένων και μη ικανοποιητικών υπηρεσιών που παρείχαν τα κρατικά συστήματα υγείας. Οι εμβολιασμοί αυτοί ήταν πάντα σποραδικοί, περιορισμένοι και ποτέ γενικευμένοι.

Ακόμα πιο πρόσφατα, το 2013, το υπουργείο Υγείας διέθετε κονδύλι 500.000 ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος «Εμβολιασμοί άπορων και ανασφάλιστων παιδιών κι εφήβων».

Το πρόγραμμα «έτρεχε» από τον Νοέμβριο του 2012, ωστόσο «σκόνταφτε» σε μια σειρά εμπόδια, όπως ελλείψεις σε εμβόλια, δημόσιες δομές, απουσία πλατιάς και διαρκούς ενημέρωσης του πληθυσμού.

«Θα υπάρξει πρόβλημα», επιβεβαίωνε και μελέτη του τομέα Υγείας του Παιδιού της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ): «Μεγάλη έλλειψη δημόσιων υποδομών για τον εμβολιασμό των παιδιών», «περίπου 65-70% των παιδικών εμβολιασμών γίνονται στον ιδιωτικό τομέα» και «αυτό υποδεικνύει ένα μεγάλο κενό σε μια εποχή που αυξάνεται ο αριθμός φτωχών και ανασφάλιστων οικογενειών. Τη διετία 2010-2011 αυξήθηκε κατά 22% η προσφυγή στις δημόσιες δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), οπότε θα υπάρξει πρόβλημα, αφού δεν έχουμε τις αντίστοιχες δομές και υπηρεσίες».

Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την άποψη των παλαιότερων πολιτικών ηγεσιών του υπουργείου Υγείας πως για να διασφαλιστούν πόροι για εμβολιασμούς χρειάζεται και η συμμετοχή εθελοντών, ΜΚΟ και χορηγών, ήγειρε ερωτήματα για τη σταθερότητα και την καθολικότητα των δωρεάν εμβολιασμών με αποκλειστική ευθύνη του κράτους.

Το μοναδικό κέντρο παιδικού εμβολιασμού που παρέχει υπηρεσίες συστηματικά τα τελευταία 50 χρόνια είναι αυτό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, που στεγάζεται στον περίβολο του ομώνυμου νοσοκομείου σε ένα σπιτάκι που παλιότερα ήταν ο Οίκος Αδελφών.

Οι εθελοντές παιδίατροι βρίσκονται καθημερινά εκεί από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι και κάνουν εμβόλια σε όποιο παιδί έχει ανάγκη, με ραντεβού που κλείνεται εντός πενθημέρου. Κάθε χρόνο εμβολιάζονται στο κέντρο 2.000 παιδιά. Παράλληλα, στο «Ελενα Βενιζέλου», στα εξωτερικά ιατρεία πραγματοποιούνται εμβολιασμοί.

Απ’ την άλλη πλευρά, ο Δήμος Αθηναίων, παρ’ όλο που έχει επτά ιατρεία στελεχωμένα με 120 γιατρούς όλων των ειδικοτήτων, δεν κάνει εμβόλια στον παιδικό ή τον ενήλικο πληθυσμό.

Πηγή: «Εφημερίδα των Συντακτών» – Ρεπορτάζ: Ντάνι Βέργου

ΥΓΕΙΑ, ΙΛΑΡΑ, ΕΜΒΟΛΙΑ


ΕΓΓΡΑΦΗ NEWSLETTER

ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!