Η άγνωστη λίστα Λαγκάρντ: Οι 86 λογαριασμοί που έλειπαν, τα «ματωμένα διαμάντια» και οι 182 ελληνίδες νοικοκυρές με καταθέσεις εκατομμυρίων

Η μεγαλύτερη διαρροή απόρρητων τραπεζικών δεδομένων στην Ιστορία προκάλεσε τη μεγαλύτερη δημοσιογραφική συνεργασία στην Ιστορία. Και φέρνει στο φως έλληνες καταθέτες που δεν είχαν περιληφθεί στη λίστα Λαγκάρντ του 2010. Περισσότεροι από 81.000 τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονταν με 106.000 πελάτες και πάνω από 102 δισεκατομμύρια δολάρια ένωσαν 140 δημοσιογράφους ερευνητές από 45 χώρες για να πραγματοποιηθεί η παγκόσμια έρευνα που ονομάστηκε SwissLeaks. «ΤΑ ΝΕΑ» συνεχίζουν το ρεπορτάζ της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Στο πρότζεκτ, που οργάνωσε η Διεθνής Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ), συμμετείχαν 50 μέσα ενημέρωσης από ολόκληρο τον πλανήτη, με τη γαλλική εφημερίδα «Le Monde» στο τιμόνι. Στους συνεργάτες περιλαμβάνονται η βρετανική «Guardian», η γερμανική «Süddeutsche Zeitung», ο τηλεοπτικός σταθμός BBC, η αμερικανική εκπομπή ερευνητικής δημοσιογραφίας «60 Minutes» και πολλά ακόμα.

«ΤΑ ΝΕΑ» ήταν το μοναδικό μέσο από την Ελλάδα και ερεύνησαν τα στοιχεία ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος. Τα στοιχεία απέσπασε την περίοδο 2006-2007 από τους υπολογιστές της HSBC Γενεύης ο Ερβέ Φαλσιανί, πρώην τεχνικός υπολογιστών της τράπεζας, και τα παρέδωσε στις γαλλικές φορολογικές Αρχές που τα επεξεργάστηκαν, τα διαχώρισαν ανά κράτος και τα μοίρασαν στους εταίρους τους – ανάμεσά τους και η Ελλάδα, όπου τα δεδομένα ονομάστηκαν λίστα Λαγκάρντ. Η «Monde» από πηγές της στις γαλλικές Αρχές απέκτησε πρόσβαση στο σύνολο των στοιχείων, τα οποία διέθεσε στην ICIJ και στα μέλη της για να τα ερευνήσουν σε βάθος. Αναλυτές και ερευνητές δημοσιογράφοι με εξειδίκευση στην πληροφορική επί μήνες επεξεργάζονταν τα στοιχεία με διαφορετικούς τρόπους από αυτούς των γαλλικών Αρχών, χρησιμοποιώντας περισσότερες παραμέτρους για τον διαχωρισμό τους ανά χώρα. Ετσι για την Ελλάδα προέκυψαν 86 εγγραφές περισσότερες απ’ ό,τι στη λίστα Λαγκάρντ: από 2.062 που ήρθαν στη χώρα μας το 2010, με την επανεπεξεργασία και την εφαρμογή χαλαρότερων παραμέτρων στο SwissLeaks προέκυψαν 2.148.

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ. «ΤΑ ΝΕΑ» εντόπισαν τις διαφορές ανάμεσα στις δύο λίστες: πρόκειται για πρόσωπα που είτε γεννήθηκαν στην Ελλάδα είτε έχουν αποκτήσει ελληνική εθνικότητα, αλλά εντάχθηκαν από τις γαλλικές Αρχές σε λίστες άλλων χωρών καθώς η διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας που είχαν δηλώσει ήταν σε χώρες του εξωτερικού. Το σύνολο των χρημάτων με τα οποία συνδέονται ανέρχονται σε περίπου 270 εκατομμύρια ευρώ, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι κάποιοι καταθέτες μοιράζονται τους ίδιους λογαριασμούς, εμφανίζοντας ακριβώς τα ίδια ποσά τα οποία παρουσιάζονται δύο ή και περισσότερες φορές. Αυτά δεν πρέπει να διπλομετρηθούν καθώς πρόκειται για τις ίδιες ακριβώς καταθέσεις. Για να καταρτιστεί ο τελικός κατάλογος με τους έλληνες καταθέτες, χρησιμοποιήθηκαν κριτήρια πιο χαλαρά από αυτά που είχαν εφαρμοστεί για τη λίστα Λαγκαρντ. Πρώτες είχαν δοκιμάσει τη μέθοδο οι ίδιες οι φορολογικές Αρχές της Γαλλίας για να εντοπίσουν τους φορολογουμένους που είχαν δηλώσει στην τράπεζα κατοικία εκτός Γαλλίας, όπως αναφέρεται σε εμπιστευτικό υπόμνημα του 2009. Από την ανάλυση των στοιχείων των 86 νέων εγγραφών ελληνικού ενδιαφέροντος φαίνεται πως 8 καταθέτες μοιράζονταν σχεδόν 185 εκατομμύρια δολάρια. Το μεγαλύτερο ποσό που εντοπίστηκε σε λογαριασμό ανέρχεται σε 60 εκατομμύρια.

Ο Φαλσιανί και η επιχείρηση «Chocolat» – Κλέφτης ή Ρομπέν των Τραπεζών;

O Eρβέ Φαλσιανί είναι o προγραμματιστής της HSBC που αποκάλυψε, το 2009, τις πιο σκοτεινές πλευρές ενός υπεραπόρρητου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ακόμη και σήμερα είναι καταζητούμενος από τη Europol Τον είχαν στα χέρια τους και τον άφησαν να φύγει. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2008 ελβετοί αστυνομικοί φόρεσαν χειροπέδες στον Ερβέ Φαλσιανί, τον υπάλληλο πληροφορικής της HSBC στη Γενεύη. Ηταν ύποπτος για κλοπή απόρρητων δεδομένων και απόπειρα πώλησής τους σε τράπεζες στον Λίβανο. Κατέσχεσαν τον υπολογιστή του, έκαναν φύλλο και φτερό το σπίτι του στη Γενεύη και τον ανέκριναν για ώρες. Και μετά τον άφησαν ελεύθερο υπό την προϋπόθεση να γυρίσει το επόμενο πρωί ώστε να συνεχιστεί η ανάκριση.

Ο Φαλσιανί, αντί να επιστρέψει στο τμήμα, νοίκιασε αυτοκίνητο, πέρασε τα ελβετογαλλικά σύνορα και βρήκε καταφύγιο στον γαλλικό Νότο. Από εκεί άρχισε να κατεβάζει τα απόρρητα στοιχεία που είχε αποσπάσει από τους υπολογιστές της HSBC κατά τη διετία 2006-2007 και είχε κρύψει σε σκοτεινές γωνιές του Ιντερνετ: ονόματα πελατών της τράπεζας, εγγραφές καταθέσεων και σημειώσεις επαφών των υπαλλήλων με τους καταθέτες. Σχεδόν έναν χρόνο πριν, τον Φεβρουάριο του 2008, ο Φαλσιανί είχε ταξιδέψει στον Λίβανο με τη συνάδελφο και περιστασιακή σύντροφό του Τζορτζίνα Μίκαελ. Τότε κυκλοφορούσε με το όνομα Ρούμπεν αλ Τσιντιάκ. Οι δυο τους επισκέφθηκαν αρκετές τράπεζες προσπαθώντας να πουλήσουν δεδομένα, αποφεύγοντας να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με το πώς αποκτήθηκαν.

«ΛΙΣΤΑ ΠΕΛΑΤΩΝ». Επιστρέφοντας από τον Λίβανο, το ζευγάρι ήρθε σε επαφή με ευρωπαϊκές φορολογικές Αρχές και υπηρεσίες πληροφοριών, προσφέροντας «τη λίστα πελατών μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο», σύμφωνα με τις αναφορές των ελβετικών Αρχών. «Φοροδιαφυγή: λίστα πελατών διαθέσιμη» ήταν ο τίτλος στα ηλεκτρονικά μηνύματα που έστελναν ο Ερβέ και η Τζορτζίνα, διευκρινίζοντας ότι δεν ζητούν χρήματα, επισημαινόταν σε ρεπορτάζ της «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ».

Ενα από αυτά τα μηνύματα έφθασε στους υπολογιστές των βρετανικών φορολογικών Αρχών στις 25 Μαρτίου 2008. Σε αυτό ο Ρούμπεν αλ Τσιντιάκ περηφανευόταν ότι μπορεί να παράσχει λεπτομερή στοιχεία για τους λογαριασμούς 107.181 πελατών της HSBC. Εκείνη την περίοδο οι Βρετανοί είχαν ήδη ξεκινήσει την έρευνα για τη λίστα της LGT Bank από το Λίχτενσταϊν και έτσι σκέφτηκαν να προωθήσουν την υπόθεση στους γάλλους συναδέλφους τους. Ο «γαλλικός σύνδεσμος» ήταν ο Ρολάντ Βεϊγπό, επικεφαλής του Τμήματος Εθνικών Φορολογικών Ερευνών (DNEF). Συμπτωματικά, στο ίδιο τμήμα κατέληξε άλλο μήνυμα του Φαλσιανί προς τις γαλλικές Αρχές που πρότεινε ό,τι ακριβώς και στους Βρετανούς. Οι Γάλλοι αποφάσισαν να δράσουν όσο η υπόθεση ήταν «ζεστή». Βήμα πρώτο της επιχείρησης με κωδικό όνομα «Chocolat»: να έρθουν σε επαφή με τον Αλ Τσιντιάκ.

Στις 28 Ιουνίου ο Βεϊγπό ενημέρωσε τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, την DGSE, ότι επίκειται συνάντηση με τον αποστολέα του μηνύματος. Τα δύο στελέχη της DNEF που παραβρέθηκαν στο ραντεβού κοντά στα σύνορα είχαν ζωστεί με κρυφά μικρόφωνα για να καταγράψουν τη συζήτηση. Εκεί ξεκαθάρισαν ότι η υπηρεσία τους δεν πρόκειται να δράσει σε ελβετικό έδαφος, ούτε να δώσει χρήματα για να πάρει τα δεδομένα. Ο Αλ Τσιντιάκ εξέφρασε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με αυτό – το μόνο που ήθελε ήταν να καταφέρει ένα γερό πλήγμα στην οικονομική βιομηχανία παρέχοντας δωρεάν λεπτομέρειες για 100.000 τραπεζικούς λογαριασμούς.

ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. Στη συνάντηση εκείνη ο Φαλσιανί δεν αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Ο Βεϊγπό αμέσως ενημέρωσε για την υπόθεση τον προϊστάμενό του, ο οποίος είχε πρόσβαση στον στενό κύκλο τού τότε γάλλου πρωθυπουργού Νικολά Σαρκοζί. Για τις ανάγκες της επεξεργασίας των στοιχείων οι γαλλικές Αρχές προμηθεύτηκαν εξειδικευμένο πρόγραμμα υπολογιστή, αξίας 300.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν αποκτήσει μόλις ένα μικρό δείγμα των δεδομένων μόνο και μόνο για να τσεκάρουν ότι είναι αυθεντικό. Επίσης προσλήφθηκαν ειδικοί προγραμματιστές και αναλυτές δεδομένων.

Στις 6 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε το δεύτερο ραντεβού με τον Αλ Τσιντιάκ. Ο Βεϊγπό ήταν αποφασισμένος να παρατήσει την υπόθεση αν η πηγή δεν αποκάλυπτε την πραγματική της ταυτότητα. Πράγμα που έγινε την επομένη της σύλληψής τους από τους Ελβετούς, στις 23 Δεκεμβρίου. Τρεις ημέρες αργότερα, αφού είχε ολοκληρωθεί το κατέβασμα των στοιχείων από τους υπολογιστές, ο Φαλσιανί παρέδωσε στην DNEF πέντε DVD γεμάτα δεδομένα σε ραντεβού που πραγματοποιήθηκε στο αεροδρόμιο της Νίκαιας.

Οι Ελβετοί δεν το έβαλαν κάτω: πραγματοποίησαν αίτημα δικαστικής συνδρομής και στις 20 Ιανουαρίου 2009 ο Φαλσιανί ανακρίθηκε από ελβετό δικαστή επί γαλλικού εδάφους, αφού συνελήφθη από την αστυνομία. Ο Φαλσιανί συνέχισε να απολαμβάνει την προστασία των γαλλικών Αρχών, παρά τις πιέσεις των Ελβετών. Οταν η DNEF πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Φαλσιανί επιστρατεύθηκε ο εισαγγελέας της Νίκαιας Ερίκ ντε Μονγκολφιέ, ο οποίος έκανε έφοδο στο σπίτι τού πρώην υπαλλήλου της HSBC και κατέσχεσε τους υπολογιστές και το πληροφοριακό υλικό που βρήκε. Εν τω μεταξύ, ο Βεϊγπό είχε ήδη δεχθεί από τους ανωτέρους του τρομερές πιέσεις να εγκαταλείψει το εγχείρημα, χωρίς όμως να υποκύψει. Στις διακοπές του Πάσχα του 2009, μόλις προσγειώθηκε στο Πεκίνο, πληροφορήθηκε από το τηλέφωνο ότι απολύεται. Τελικά άφησε το πόστο του τον Σεπτέμβριο του 2009, αφού είχε ζητήσει από δύο συναδέλφους του να περάσουν όλα τα ονόματα που εμφανίζονταν στη γαλλική λίστα Φαλσιανί στο σύστημα φορολογικών ελέγχων, στο οποίο άπαξ και μπει όνομα για έλεγχο κλειδώνει καιδεν γίνεται μετά να αφαιρεθεί. Ετσι, ο Βεϊγπό διασφάλισε ότι η υπόθεση δεν θα κουκουλωθεί

Εξοπλίζοντας το πυρηνικό πρόγραμμα της Λιβύης

Ονόματα από τη λίστα κυρώσεων των ΗΠΑ βρέθηκαν κατά την παγκόσμια έρευνα των SwissLeaks. Ανάμεσά τους ο Σελίμ Αλγκαντίς, ο τούρκος επιχειρηματίας που φέρεται να έχει προμηθεύσει με προηγμένο ηλεκτρολογικό εξοπλισμό το μυστικό πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών της Λιβύης. Επίσης εντοπίστηκε το όνομα του Γκενάντι Τιμτσένκο, δισεκατομμυριούχου συνεργάτη του ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και από τους κυριότερους στόχους των κυρώσεων σε ιδιώτες και επιχειρήσεις ως απάντηση στην προσάρτηση της Κριμαίας και της κρίσης στην Ανατολική Ουκρανία.

Οι ακριβείς ρόλοι τους σε σχέσεις με τραπεζικούς λογαριασμούς δεν αναφέρονται στα αρχεία που διέρρευσαν. Ακόμα, εντοπίστηκε ο Ρασίντ Μοχάμεντ Ρασίντ, πρώην υπουργός Εμπορίου της Αιγύπτου που συνδεόταν με λογαριασμούς ύψους 31 εκατ. δολαρίων. Ο Ρασίντ καταδικάστηκε ερήμην για διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Επίσης ο Φραντζ Μερσερόν, συνεργάτης του πρώην προέδρου της Αϊτής Ζαν-Κλοντ Ντουβαλιέ, που κατηγορήθηκε για την υφαρπαγή 900 εκατ. πριν εγκαταλείψει τη χώρα του και ο Ραμί Μακλούφ, εξάδελφος και στενός συνεργάτης του σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ. Ο Μερσερόν συνδεόταν με καταθέσεις 1,3 εκατ. δολαρίων ενώ ο Μακλούφ εμφανιζόταν ως πραγματικός δικαιούχος αρκετών λογαριασμών.

Ο θάνατος αμάχων είναι κερδοφόρα επιχείρηση

Ιούλιος 2003. Μια ομάδα ανταρτών, οι Ενωμένοι Λιβεριανοί για τη Συμφιλίωση και τη Δημοκρατία, σε συνέχεια της δίμηνης πολιορκίας της πρωτεύουσας Μονρόβια, αγωνίζονται για να αποκτήσουν τον έλεγχο της χώρας από τον πρόεδρο Τσαρλς Τέιλορ. Παιδιά – στρατιώτες πολεμούσαν και στις δύο πλευρές, σε μια περιοχή γεμάτη πολίτες. Στη μάχη, γνωστή στους ντόπιους ως «Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος», τα παιδιά που πολεμούν στο πλευρό των ανταρτών ήταν οπλισμένα με «λαμπερά νέα παιχνίδια», όπως τα ονόμασε σε άρθρο του ο «Economist», με τα οποία δεν είχαν καμία εμπειρία. Ο «Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος» προκάλεσε τον θάνατο εκατοντάδων αμάχων ενώ οι τραυματίες έφθασαν τους 2.000. «Τα πυρά από όλμους ήταν τόσο άστοχα. Ηταν τρομακτικό. Οι πολίτες δεν μπορούσαν να τα αποφύγουν» ανέφερε η οργάνωση Human Rights Watch. Οι σφαίρες και τα θραύσματα από τις χειροβομβίδες προκαλούσαν ακαριαίο θάνατο και ακρωτηριασμούς, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες που μίλησαν στην οργάνωση.

Μία από τις εταιρείες που προμήθευσε όπλα στους αντάρτες την περίοδο 2002-2003 ήταν η Katex Mines, όπως σημειώνεται σε σχετική αναφορά εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ. Από τα στοιχεία που διέρρευσαν φαίνεται ότι η συγκεκριμένη εταιρεία άνοιξε λογαριασμό στην HSBC το 2001 και απολάμβανε τις υπηρεσίες της τράπεζας έως και το 2006, τρία χρόνια αφού είχε γίνει γνωστό ότι η Katex εμπλεκόταν σε εμπόριο όπλων στη Λιβερία μέσω της γειτονικής Γουινέας. Ο λογαριασμός λίγο πριν κλείσει περιείχε πάνω από 7 εκατ. δολάρια. Συνολικά κατά την έρευνα των SwissLeaks βρέθηκαν περισσότερα από 56 εκατ. δολάρια σε λογαριασμούς συνδεδεμένους με άτομα που δραστηριοποιούνται στη διακίνηση όπλων σε επτά χώρες της Αφρικής.

Τα «ματωμένα διαμάντια» ξεπλένουν εκατομμύρια

Την άνοιξη του 2005, ο Ερέ Νταλεγιό, βελγοϊσραηλινός μεγιστάνας διαμαντιών με αμφιλεγόμενες συνδέσεις, πραγματοποίησε επίσκεψη – αστραπή στους ελβετούς τραπεζίτες της HSBC Private Bank. Σύντομα, στους λογαριασμούς τους που συνδέονταν με offshore στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους εμφανίστηκε πακτωλός χρημάτων, με το μέγιστο ποσό την περίοδο 2006-2007 να φθάνει 38,5 εκατ. δολάρια. Σήμερα ο Νταλεγιό φέρεται να έχει μπει στο μικροσκόπιο των βελγικών Αρχών για ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή, ενώ η εταιρεία διαμαντιών Lazare Kaplan με έδρα την Νέα Υόρκη, με την οποία συνεργαζόταν, ισχυρίζεται ότι ο Βελγοϊσραηλινός συμμετείχε σε «εγκληματική συνωμοσία» με σκοπό την απάτη και το ξέπλυμα 135 εκατ. δολαρίων – σε μεγάλο βαθμό μέσω λογαριασμών του στην HSBC.

Οι ίδιοι λογαριασμοί φέρεται ότι ήταν η «πηγή» 20 εκατ. δολαρίων για τη δωροδοκία τραπεζιτών της Antwerp Diamond Bank, σύμφωνα με αγωγή της Lazare. «Τα διαμάντια είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να ξεπλύνουν χρήματα, να αποκρύψουν κεφάλαια, να αποφύγουν φόρους, καθώς και όλα τα υπόλοιπα», δήλωσε ο Ιαν Σμάιλι, συνιδρυτής της Διαδικασίας Κίμπερλι, μιας προσπάθειας των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη των «ματωμένων διαμαντιών», των πολύτιμων λίθων που χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση πολέμων. «Μισό εκατομμύριο έχασαν τη ζωή τους στον εμφύλιο της Ανγκόλας. Δεκάδες χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους στη Σιέρα Λεόνε, στο Κονγκό και αλλού. Ηταν μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση που αποσταθεροποίησε τεράστιες περιοχές» επεσήμανε ο Σμάιλι. Η σχέση του Νταλεγιό με την HSBC δεν ήταν μοναδική: περίπου 2.000 επαγγελματίες του χώρου, μερικοί εκ των οποίων έχουν κατηγορηθεί στο παρελθόν για διάφορα αδικήματα, διατηρούσαν λογαριασμούς στην τράπεζα.

182 ελληνίδες «νοικοκυρές» με κατάθεση 125. εκατ. δολαρίων

Μετά τη διαρροή των στοιχείων της HSBC θα μπορούσαν να ονομάζονται και «Νοικοκυρές σε απόγνωση». Ωστόσο, το ύψος των καταθέσεών τους μάλλον προκαλεί αντίθετα συναισθήματα. Στην παγκόσμια λίστα Λαγκάρντ, στο σύνολο των δεδομένων που ερεύνησαν οι δημοσιογράφοι του SwissLeaks υπάρχει και ένα πεδίο όπου αναγράφεται το επάγγελμα του καταθέτη. Επειτα από διεξοδική επεξεργασία των στοιχείων προέκυψε ότι η ιδιότητα της «νοικοκυράς» αναδυόταν με εκπληκτική συχνότητα, τουλάχιστον σε σχέση με προσοδοφόρα επαγγέλματα όπως γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι και άλλα.

Ο συγκεκριμένος όρος μπορεί να χρησιμοποιούνταν από υπαλλήλους της τράπεζας για να περιγράψουν μια πλούσια παντρεμένη γυναίκα, αλλά εμφανίζεται επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις για γυναίκες πρωτοπόρους της βιομηχανίας, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφους, πριγκίπισσες και κληρονόμους.

Μία από τις γυναίκες που ονομάστηκε νοικοκυρά από την HSBC είναι η πλέον διάσημη διαφημίστρια Μέρι Γουέλς Λόρενς, πρωτοπόρος στον χώρο από τη δεκαετία του 1960 όταν ίδρυσε την εταιρεία της ενώ ακόμα οι γυναίκες στελέχη στις διαφημιστικές μετρούνταν στα δάχτυλα των χεριών. Η Λόρενς εξελίχθηκε σε μία από τις πιο καλοπληρωμένες επιχειρηματίες παγκοσμίως και ήταν η πρώτη γυναίκα επικεφαλής σε εταιρεία που εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ηταν το μυαλό πίσω από το σλόγκαν «I Love NY». Ανάμεσα στα στοιχεία για τους 106.000 πελάτες της τράπεζας περίπου 7.300 έχουν στο πεδίο του επαγγέλματος την αναφορά «νοικοκυρά». Στην Ελλάδα από τις 2.148 εγγραφές, οι 182 είναι «νοικοκυρές» με συνολικά συνδεόμενα ποσά περίπου 125 εκατ. δολάρια.

Του Χάρη Καρανίκα

Πηγή: «Τα Νέα»

ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ, ΚΟΣΜΟΣ, ΛΑΓΚΑΡΝΤ, TRAFFICING, ΤΑ ΝΕΑ, HSBC, SWISSLEAKS, ΕΡΒΕ ΦΑΛΣΙΑΝΙ


Αφήστε μια απάντηση

ΕΓΓΡΑΦΗ NEWSLETTER

ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!