Καταγγελίες για βιασμούς, κακοποίηση και παρακολούθηση κατά πρώην στελέχους της Google
Σοκ προκαλούν οι καταγγελίες της 31χρονης Μισέλ Ρίτερ σε βάρος του Έρικ Σμιτ, πρώην διευθύνοντος συμβούλου της Google. Η Ρίτερ, η οποία υπήρξε σύντροφός του, ισχυρίστηκε σε δικαστήριο της κομητείας Λος Άντζελες ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης τους ο Σμιτ την κακοποιούσε σεξουαλικά και είχε εγκαταστήσει κρυφές κάμερες στο σπίτι όπου έμεναν, μέσω των οποίων την παρακολουθούσε ακόμη και γυμνή, την ώρα που έκανε μπάνιο.
Στην κατάθεσή της, η Ρίτερ —επιχειρηματίας στον χώρο της τεχνολογίας— περιέγραψε λεπτομερώς όσα, σύμφωνα με την ίδια, υπέστη: σεξουαλική κακοποίηση, παρενόχληση, ενδοοικογενειακή βία και ψηφιακή παρακολούθηση. Υποστήριξε ότι ο 70χρονος είχε εγκαταστήσει λογισμικό παρακολούθησης στις ηλεκτρονικές της συσκευές, αποκτώντας πρόσβαση σε όλες τις επικοινωνίες της.
Τον προηγούμενο μήνα, η New York Post δημοσίευσε επιπλέον στοιχεία σχετικά με την υπόθεση, η οποία έρχεται να σημαδέψει το τέλος μιας σχέσης που ξεκίνησε το 2020 και, σύμφωνα με την 31χρονη, περιλάμβανε κακοποιητικές συμπεριφορές και μεθόδους εκφοβισμού, ακόμη και όταν οι δύο τους ήταν συνιδιοκτήτες σε εταιρεία startup.
⚠️WARNING: This post describes sexual assault and abuse allegations.
A former Google CEO, Eric Schmidt, has been accused of rape, stalking, and harassment by his ex-mistress and business partner, Michelle Ritter.
In a lawsuit filed in Los Angeles County Superior Court, Ritter,… pic.twitter.com/msIzbpLDmi
— True Crime Updates (@TrueCrimeUpdat) November 28, 2025
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στην κατάθεσή της η 31χρονη Μισέλ Ρίτερ ισχυρίζεται ότι ο δισεκατομμυριούχος Έρικ Σμιτ την κακοποίησε σεξουαλικά σε σκάφος τον Νοέμβριο του 2021. Όπως αναφέρει, «με ακολούθησε στο ντους, με χτύπησε στον τοίχο και με βίασε», προσθέτοντας ότι τον παρακάλεσε να σταματήσει, αλλά εκείνος αγνόησε τις διαμαρτυρίες της. Η Ρίτερ υποστηρίζει επίσης ότι την επόμενη ημέρα ο Σμιτ προσπάθησε να την πείσει πως η ίδια είχε απολαύσει την πράξη.
Η 31χρονη καταγγέλλει ακόμη ότι τον Αύγουστο του 2023, σε φεστιβάλ στη Νεβάδα, ο Σμιτ ξεκίνησε σεξουαλική πράξη μαζί της ενώ κοιμόταν, παρά το ότι του είπε «όχι» και προσπάθησε να τον απομακρύνει. Όπως υποστηρίζει, είχε ήδη καταλάβει ότι η σωματική αντίσταση θα έκανε την κατάσταση χειρότερη.
Στις καταθέσεις της κατηγορεί επίσης τον Σμιτ για ηδονοβλεψία και πίεση να συμμετέχει σε σεξουαλικά φετίχ. Υποστηρίζει ότι εκείνος τη φωτογράφιζε κρυφά γυμνή, κυρίως κατά τη διάρκεια του ντους, χωρίς τη συγκατάθεσή της. Οι ισχυρισμοί για σωματική κακοποίηση περιλαμβάνουν, σύμφωνα με τη Ρίτερ, σπρωξίματα που της προκάλεσαν μώλωπες και εκφοβισμό με φωνές σε πολύ κοντινή απόσταση. Σε ένα περιστατικό στη Νέα Υόρκη, φέρεται να την έσπρωξε πάνω σε γραφείο.
Η Ρίτερ περιγράφει ακόμη τον Σμιτ ως «παράλογο», υποστηρίζοντας ότι είχε γδυθεί μπροστά στο πλήρωμα του ιδιωτικού του τζετ και ότι μετέφερε μαριχουάνα στο αεροπλάνο. Ισχυρίζεται επίσης ότι την πίεζε να εμφανίζεται «πολύ σέξι» σε επαγγελματικές συναντήσεις και ότι την ενθάρρυνε να λάβει συνταγογραφούμενα φάρμακα για απώλεια βάρους, για να την κοροϊδέψει στη συνέχεια επειδή έδειχνε «αδυνατισμένη». Κατά τα λεγόμενά της, μπροστά σε συναδέλφους έκανε προσβλητικά σχόλια, όπως «πρέπει να τη δείτε γυμνή».
Η 31χρονη υποστηρίζει ακόμη ότι ο Σμιτ εγκατέστησε κακόβουλο λογισμικό στον υπολογιστή της τον Νοέμβριο του 2021, αποκτώντας πρόσβαση στα μηνύματα, τα email και τα αρχεία της. Όπως δηλώνει, συχνά παρατηρούσε να διαγράφονται ή να τροποποιούνται ηλεκτρονικά έγγραφα που χρησιμοποιούσε. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο Σμιτ της ομολόγησε πως είχε δημιουργήσει «κερκόπορτα» στους διακομιστές της Google, επιτρέποντάς του πρόσβαση σε ιδιωτικά δεδομένα — όχι μόνο δικά της, αλλά και υπαλλήλων της εταιρείας.
Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η σχέση τους τερματίστηκε στις αρχές του 2024, όταν δημοσιοποιήθηκαν φωτογραφίες του Σμιτ με μια 22χρονη γυναίκα. Μετά τον χωρισμό, η Ρίτερ υποστηρίζει ότι η παρενόχληση εντάθηκε. Αναφέρει πως στις 7 Νοεμβρίου 2024, ενώ δειπνούσε σε εστιατόριο στο Μαλιμπού, ο Σμιτ φέρεται να διέρρηξε το αυτοκίνητό της και να έκλεψε τον φορητό υπολογιστή της — κάτι που, όπως υποστηρίζει, καταγράφηκε από τις κάμερες του χώρου.
Οι δύο τους ήταν συνιδιοκτήτες της εταιρείας Steel Perlot, στην οποία, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Σμιτ είχε επενδύσει 100 εκατ. δολάρια. Η Ρίτερ καταγγέλλει ότι ο πρώην σύντροφός της είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της σε έγγραφα και ότι σε μία περίπτωση την είχε κλειδώσει εκτός της κοινής τους κατοικίας, αρνούμενος να την αφήσει να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Σμιτ είχε εγκαταστήσει κρυφές κάμερες και κοριούς στον χώρο που μοιράζονταν, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι ιδιωτικοί ερευνητές παρακολουθούσαν τους γονείς της, λέγοντας στις αρχές ότι εργάζονταν για την «ιδιωτική ασφάλεια ενός δισεκατομμυριούχου».
Από την πλευρά του, ο Σμιτ αρνείται όλες τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι η Ρίτερ προβαίνει στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επειδή αποκάλυψε κακοδιαχείριση από μέρους της στην κοινή τους εταιρεία, κατηγορώντας την για «ψυχαναγκαστικά ψέματα» και απόπειρα εκβιασμού.
Προτεινόμενα άρθρα
03.06.2026 | 22:35






