Τσίπρας στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ: Επίθεση σε Μητσοτάκη, ΝΔ για Σκοπιανό

Αποφασισμένος να προχωρήσει σε λύση στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων εμφανίστηκε ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της εισήγησής του ενώπιον των μελών της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πρωθυπουργός, έστειλε μήνυμα στα Σκόπια ότι δεν είναι μόνο το όνομα που συνιστά το πρόβλημα, αλλά και άλλα στοιχεία σηματοδοτώντας έτσι την ελληνική επιδίωξη για αλλαγές στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας στα σημεία εκείνα εκ των οποίων εκπορεύεται αλυτρωτισμός έναντι της Ελλάδας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρωθυπουργός : «Η ελληνική θέση είναι σαφής και είναι θέση ευθύνης. Διεκδικούμε με αποφασιστικότητα την επίλυση του ζητήματος με μία κοινά αποδεκτή, σύνθετη ονομασία, έναντι όλων…μετά την πολιτική αλλαγή στη γειτονική χώρα, βλέπουμε μια κυβέρνηση αποφασισμένη να κάνει βήματα. Μένει όμως να το δούμε στην πράξη. Αναζητούμε μια ονομασία αλλά και ένα ευρύτερο πλαίσιο συμφωνίας που δε θα αφήνει κανένα περιθώριο αλυτρωτισμού ή ανιστόρητων διεκδικήσεων».

Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε αποφασισμένος να προχωρήσει σε λύση ανεξάρτητα από το πολιτικό κόστος αν τελικά επιτύχει έναν έντιμο συμβιβασμό και επιτέθηκε σε όσους επιδίδονται σε ακραίες θέσεις ή ετοιμάζονται να λάβουν μέρος στα συλλαλητήρια.

Έκανε δε ειδική αναφορά στον Αρχιεπίσκοπο υποστηρίζοντας ότι ο κ. Ιερώνυμος με τη χθεσινή του τοποθέτηση έστειλε ένα μήνυμα ομοψυχίας και νηφαλιότητας. Εκτίμησε ότι ζημιώνουν τη χώρα τα εθνικιστικά παραληρήματα επιδίωξε να απευθυνθεί στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους αλλά και στελέχη της ΝΔ, υπενθυμίζοντας την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη από τον Α. Σαμαρά. «Οι εθνικές θέσεις και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, ισχυροποιούνται όταν οι φίλοι και οι σύμμαχοι της χώρας πληθαίνουν, ενώ τα εθνικιστικά παραληρήματα, το μόνο που κάνουν είναι να ζημιώνουν τη χώρα» ανέφερε ο Τσίπρας συμπληρώνοντας: «Υπάρχει παράθυρο ευκαιρίας ώστε να λυθεί οριστικά ένα ζήτημα που φορτώθηκε στη χώρα από το 1992. Τότε που η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά και η χώρα, είχε την ατυχία να έχει ως Υπουργό Εξωτερικών τον κύριο Σαμαρά, ο οποίος προτίμησε να οικοδομήσει την προσωπική πολιτική του καριέρα, παρά να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος, με τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για τη χώρα…Οι κραυγές και ο παροξυσμός είναι χαρακτηριστικό των πατριδοκάπηλων αλλά μόνο ο διάλογος και η νηφαλιότητα προσφέρουν καλές υπηρεσίες στην πατρίδα»

«Ορόσημο το 2018»

Κατά τα άλλα ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε αισιόδοξος για την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια. Υποστήριξε ότι η αποδέσμευση τον Αύγουστο δεν είναι το τέλος της διαδρομής, ενώ χαρακτήρισε εικόνα εξαπάτησης που δε μπορεί να συγκριθεί με την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ τώρα, το succes story της κυβέρνησης Σαμαρά, το 2014. Ο κ. Τσίπρας αφού αναφέρθηκε εκτενώς στα πεπραγμένα της κυβέρνησης για τη συμφωνία παράλληλα με τις αποφάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής (καταπολέμηση φτώχειας, ενίσχυση Παιδείας και Υγείας) υποστήριξε ότι το 2018, θα είναι μια χρονιά ορόσημο για τη χώρα γιατί θα μπουν στο επίκεντρο οι προτεραιότητές για την μεταμνημονιακή εποχή,.

Εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις

Με πολύ προσεκτικό τρόπο ο πρωθυπουργός υποστήριξε για τη φορολογία ότι πέραν των φοροελαφρύνσεων που έχουν ήδη ψηφιστεί για το 2019 και 2020, είναι στις προτεραιότητές του να εξετάσει τρόπους ώστε η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας να αποτυπωθεί και σε μια σειρά θετικών παρεμβάσεων στο φορολογικό, κυρίως στα μεσαία και χαμηλά στρώματα που το έχουν πραγματικά ανάγκη.

Επίθεση στη ΝΔ, μήνυμα στην Κεντροαριστερά

Παράλληλα υποστήριξε ότι η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης βλέπουν διαρκώς να ηττώνται το ένα μετά το άλλο τα σχέδια αποσταθεροποίησης και να μην πιάνει η διαρκής επίκληση της καταστροφολογίας καθώς την πορεία εξόδου από τα μνημόνια, δεν μπορεί να τη διακόψει κανένας. «Η Ελλάδα βρίσκει διέξοδο, γιατί στην Ευρώπη και η δική μας παρουσία μετατόπισε σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα των συζητήσεων σε προοδευτικότερη κατεύθυνση, αναγκάζοντας μεγάλο τμήμα της Σοσιαλδημοκρατίας να προβληματίζεται» ανέφερε ο κ.·Τσίπρας στέλνοντας μήνυμα και στο Κίνημα Αλλαγής.

Aναλυτικά η ομιλία:

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Είναι μια χρονιά κρίσιμη, για όλους μας, για την χώρα, καθώς νομίζω ότι δε θα ήταν υπερβολή να ξεκινήσω λέγοντας ότι βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή.

Μετά από σχεδόν οκτώ ολόκληρα χρόνια βρισκόμαστε στη τελική ευθεία για την έξοδο από το καθεστώς των μνημονίων.  Από το σκληρό και άδικο καθεστώς της επιθετικής λιτότητας και της ασφυκτικής εποπτείας που επιβλήθηκε στη χώρα μας μετά τη χρεοκοπία της οικονομίας αλλά και του παλιού πολιτικού συστήματος την Άνοιξη του 2010. Και αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε ασήμαντη εξέλιξη. Αλλά αποτελεί ένα κρίσιμο ιστορικό ορόσημο για τη πορεία της χώρας.

Γιατί στην Ελλάδα σιγά σιγά, ξημερώνει η μέρα που -κατά τους περιούσιους διαμορφωτές γνώμης και τους εκπροσώπους του παλιού πολιτικού συστήματος – δεν θα ξημέρωνε ποτέ. Η μέρα που η Ελλάδα θα επιστρέψει σε καθεστώς κανονικότητας μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.  Και αυτή η μέρα, μπορεί τυπικά να έρθει σε επτά μήνες από τώρα, όμως ήδη από σήμερα η προοπτική της είναι αυτή που καθορίζει την κοινωνική και πολιτική κατάσταση.

Έχω επαναλάβει αρκετές φορές, ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν είναι το τέλος της διαδρομής.  Αλλά ένας κρίσιμος, απαραίτητος και ιστορικός κόμβος.

Η συνολική μας προσπάθεια, όμως, δεν αφορά μόνο το παρόν, αφορά και το μέλλον. Ένα μέλλον ευημερίας και δικαιοσύνης, για την κοινωνική πλειοψηφία, για τους ανθρώπους της.  Σ’ αυτό μέλλον προσβλέπουμε ως Αριστερά.  Αυτό το μέλλον επιδιώκουμε να χτίσουμε, μαζί με τους ανθρώπους της εργασίας.

Ναι, ήμασταν και εξακολουθούμε να είμαστε η Αριστερά της μάχης, των αγώνων, των κινημάτων, των ιδεών και των οραμάτων.  Αποδεικνύουμε όμως, στις δύσκολες συνθήκες διακυβέρνησης της Ελλάδας, ότι είμαστε ταυτόχρονα η Αριστερά της ευθύνης. Η παράταξη που στις δύσκολες εθνικές στιγμές δεν διστάζει, με όποιο κόστος, να βάζει πρώτα την πατρίδα, να βάζει πρώτα το συλλογικό συμφέρον, το συμφέρον της κοινωνικής πλειοψηφίας.

 

Σήμερα, που είναι ορατό το τέλος ενός δύσκολου ιστορικού κύκλου που ξεκίνησε το 2010, κάνοντας έναν απολογισμό όσων συντελέστηκαν την τελευταία τριετία, θέλω να σταθώ σε ορισμένα συμπεράσματα.

Συμπεράσματα που αφορούν το πώς τελικά φτάσαμε να βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από το τέλος του τούνελ.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι αποδείχτηκε η δεδομένη αδυναμία ή ακόμα χειρότερα, η απροθυμία, των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα και την έσυραν στην κρίση, να βγάλουν τη χώρα από αυτή.

Και αυτό διότι ο πυρήνας των μνημονιακών πολιτικών, ειδικότερα των δύο πρώτων προγραμμάτων που ήταν και τα πλέον επώδυνα, αντανακλούσε τις πολιτικές τους επιδιώξεις και μεγάλο μέρος του πολιτικού τους προγράμματος.

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η φοροασυλία του μεγάλου πλούτου, η κατάρρευση των μισθών, η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας, η συρρίκνωση των πόρων για την Παιδεία, δεν χρειάζονταν ξένο χέρι για να γίνουν πράξη.

Ήταν ήδη εδώ, συμπεφωνημένη και εφαρμοζόμενη πολιτική και από τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν τον τόπο μέχρι το 2014.

Όσο και αν κρύφτηκαν πίσω από τις ακρότητες πολλές φορές των δανειστών, δεν μπορούν να κρύψουν ούτε μία στιγμή την πολιτική και ιδεολογική τους ταύτιση με το νεοφιλελεύθερο σοκ της περιόδου 2010-2014.

Το σοκ των 65 δις λιτότητας και της απώλειας περίπου του 25% του ΑΕΠ.

 

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η έξοδος από τη κρίση -και θέλω να είμαστε ειλικρινείς σ’ αυτό, γιατί όσο πιο ειλικρινείς είμαστε, όσο πιο καθαρές κουβέντες λέμε, τόσο περισσότερο θα μπορούμε να πείθουμε αυτόν που μας ακολουθεί για την αξία να παλέψει μαζί μας.

Το δεύτερο, λοιπόν, συμπέρασμα είναι ότι η έξοδος από την κρίση, όσο και αν θα θέλαμε, δεν συμβολοποιείται σε μια ημερομηνία λήξης. Χρειάζεται μια συντεταγμένη, σκληρή προσπάθεια, με διαρκείς μάχες και διαρκείς τομές προς άλλη κατεύθυνση από αυτή της τιμωρητικής λιτότητας, για να φτάσεις στο τέλος αυτής της πορείας.

Και η απόδειξη, είναι απλή.

Να συγκρίνουμε, λοιπόν, γιατί αξίζει τον κόπο, το πού βρισκόμαστε σήμερα και τί παρουσίαζε ως τέλος της κρίσης και των μνημονίων η κυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου, που τότε προσπάθησε με διάφορα κόλπα –ενόψει εκλογών, από το 2014 – να πείσει την κοινωνία  ότι τα μνημόνια τελείωσαν.  Και την ίδια ώρα που πούλαγε το success story της, λες και πουλάει καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, η χώρα γονάτιζε.

Η 5η αξιολόγηση, γινόταν spam στα mails τεχνοκρατών και υπουργών,  η δεύτερη απόπειρα εξόδου στις αγορές είχε αποτύχει παταγωδώς,  βαδίζαμε αισίως στην πέμπτη συναπτή χρονιά δημοσιονομικού εκτροχιασμού,  η συνολική ανεργία έφτανε το 27% και 65% στους νέους,   η ελαστική απασχόληση άγγιζε το 65%,  οι δομές του κοινωνικού κράτους παρέπαιαν.  Και την ίδια στιγμή, υπήρχαν ήδη ψηφισμένα τα πλεονάσματα 4,2% και 4,5% μέχρι το 2018.

Τι διαφορετικό συνέβη, λοιπόν, σε σχέση με εκείνη την περίοδο;

Πρώτα από όλα, έφυγαν, μετά από σκληρή μάχη, οι ασύλληπτες δεσμεύσεις για τα πλεονάσματα, που θα κόστιζαν επιπλέον 20 δις μέτρα μέσα στην τριετία.

Και συμφωνήθηκε ένα πολύ πιο ήπιο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, με πολύ χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους. Στόχους που υπερκαλύφθηκαν το 2015, το 2016, το 2017 και θα καλυφθούν και το 2018. Και όχι μόνο αυτό αλλά δημιουργήθηκε και επιπλέον πλεόνασμα που αποδόθηκε, με την εφάπαξ παροχή 13ης σύνταξης πέρυσι και με το κοινωνικό μέρισμα φέτος, ποσό άνω των 2 δις, προς τους πολίτες που έχουν πραγματικά ανάγκη, ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης.

 

Παράλληλα, μέσα σε μια τριετία:

Αυξήθηκαν οι προϋπολογισμοί για την Υγεία, την Παιδεία, την Πρόνοια.

Δημιουργήθηκαν 320.000 νέες θέσεις εργασίας και η ανεργία μειώθηκε σχεδόν 7 μονάδες.

Η χώρα επέστρεψε στις αγορές, σε πρώτη φάση δοκιμαστικά, και πλέον οι αποδόσεις των ομολόγων της δεκαετίας βρίσκονται σε επίπεδα προ κρίσης, του 2005 και του 2006.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις κατέγραψαν το 2017 ρεκόρ δεκαετίας.

Όλοι οι βασικοί οικονομικοί δείκτες καταγράφουν βελτίωση.

Η χώρα κλείνει το 2017 με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης, υπολογίζουμε παραπάνω από 1,7%, που αναμένεται να μεγεθυνθούν περαιτέρω τη νέα χρονιά.

Δεν αντέχει λοιπόν σε καμία σύγκριση η απόπειρα εξαπάτησης του 2014 από τον κ. Σαμαρά και του success story του ότι τάχα τελείωναν τα μνημόνια, με την εικόνα πραγματικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας του 2018.

 

Συμπέρασμα τρίτο, που, αν θέλετε, έχει κυρίως ιδεολογική χροιά.  Αλλά έχει μεγάλη σημασία, διότι η ακροδεξιά παραχάραξη της ιστορίας και των γεγονότων, απαιτεί απάντηση και αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων.

Η χώρα για να βγει από τα μνημόνια, χρειαζόταν μια κυβέρνηση με σθένος και αξιοπιστία. Όχι μια αντιπροσωπεία των καλομαθημένων ελίτ που μοναδικό της κριτήριο, ήταν η διαφύλαξη των προνομίων της ίδιας, αλλά και της ολιγαρχίας που εκπροσωπούσε και εκπροσωπεί.

Η χώρα, για να βγει από τα μνημόνια, χρειαζόταν μια κυβέρνηση που θα διεκδικήσει, θα παλέψει, θα πάρει δύσκολες αποφάσεις, όμως, ταυτόχρονα, που θα έχει σχέδιο, ιεραρχήσεις και πάνω απ’ όλα αρχές. Και η πολιτική δύναμη που διέθετε τα παραπάνω, ήταν η Αριστερά.

Η Αριστερά που υπηρετεί το λαό, που διδάσκεται από το λαό, και όχι αυτή που του συμπεριφέρεται σαν τον κακό μαθητή.

Η Αριστερά που δεν προσέρχεται στη μάχη για να καταγράψει μια ηρωική ήττα, για να την συμπεριλάβει στα βιβλία της ιστορίας.

Η Αριστερά που εξαντλεί κάθε δυνατότητα, κάθε πιθανότητα στο δοσμένο πλαίσιο των διεθνών συσχετισμών, για να βελτιωθεί η ζωή των λαϊκών τάξεων.

Η Αριστερά που εμπιστεύεται το λαό.  Αλλά και η Αριστερά που την εμπιστεύεται ο λαός.  Όπως συνέβη όχι μία, αλλά τρεις φορές μέσα σε οχτώ μήνες το 2015.

 

Και σήμερα, οι επιλογές που κάναμε, μέσα στο πεδίο της μάχης, φαίνεται ότι δικαιώνονται. Μαζί τους δικαιώνονται και οι αποφάσεις που πήρε ο ελληνικός λαός. Και αποδεικνύεται περίτρανα ότι το τέλος αυτής της σκληρής περιόδου, είχε προϋπόθεση τη μεγάλη πολιτική αλλαγή του 2015. Ήταν τελικά, προϋπόθεση, για να το πούμε πλέον καθαρά, η παρουσία της Αριστεράς στην διακυβέρνηση της χώρας, για να έρθει το τέλος των μνημονίων.

Και αυτό είναι κάτι που προφανώς προκαλεί μεγάλη δυσανεξία στους πολιτικούς μας αντιπάλους. Γι’ αυτό καταφεύγουν μονίμως στη λάσπη, τα ασύλληπτα ψέματα, την προπαγάνδα, την αντιπαράθεση πεζοδρομίου που θυμίζουν τις εποχές του φανατικού αντικομμουνισμού της παράταξης των εθνικοφρόνων. Εμείς οι νεότεροι, βέβαια, τα μάθαμε από τα βιβλία. Το μόνο που καταφέρνουν, όμως, είναι να καταδεικνύουν στο λαό, την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει, όχι μόνο πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά και ηθικά.

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η Αριστερά, που θέλει να αξιοποιεί κάθε χαραμάδα προς όφελος των πολλών, η αριστερά που δεν το βάζει στα πόδια αλλά παλεύει μέχρι τέλους για να κερδίσει όσες μάχες μπορούν να κερδηθούν, δε μπορεί να πορεύεται εκ του ασφαλούς. Παίρνει ρίσκα.  Ούτε, βέβαια, μπορεί να είναι μια αριστερά που έχει την πολυτέλεια να διστάζει να μπει στη φωτιά για να μην καεί, ιδίως σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους.  Και η τόλμη μας να μπούμε στη φωτιά με κίνδυνο πολλές φορές να καούμε, η αποφασιστικότητα να δώσουμε μάχες που όλοι τις θεωρούσαν χαμένες,  έχει παράξει ήδη σημαντικές νίκες, έχουμε αφήσει ήδη έργο σημαντικό σε κρίσιμους τομείς, που δεν είναι μόνο τα διαπιστευτήριά μας για το παρόν.  Αλλά και η παρακαταθήκη μας για το μέλλον, για τη νέα εποχή.

  • Η οικονομική ανάκαμψη, για την οποία μίλησα πριν, είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, με απόλυτο σεβασμό στις θυσίες του ελληνικού λαού.

 

  • Η απόλυτη προσήλωσή μας στον τομέα της Δημόσιας Υγείας και της πρόσβασης όλων των πολιτών –ανεξαρτήτως εργασιακής κατάστασης, εισοδήματος και ακόμα, καταγωγής – σε αυτή.

 

  • Η ενίσχυση της Δημόσιας Παιδείας και η στήριξη του δημόσιου σχολείου, παράλληλα με την συνέχιση των απαραίτητων προοδευτικών θεσμικών αλλαγών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

 

  • Η στήριξη του κόσμου της εργασίας.

 

Επί των ημερών μας ενεργοποιήθηκε το ΣΕΠΕ και έχουμε ήδη σημαντική μείωση της αδήλωτης εργασίας από το 19% στο 13% στους τομείς υψηλής παραβατικότητας.

 

Επί των ημερών μας, θεσπίστηκε ο κανόνας να αποζημιώνονται πρώτα οι εργαζόμενοι και έπειτα οι υπόλοιποι πιστωτές όσων επιχειρήσεων πτώχευσαν.

 

Επί των ημερών μας, επανέρχεται η κανονικότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με την επαναφορά των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης.

 

Οι μικρές και μεγάλες θεσμικές τομές που μετατρέπουν τη χώρα σταδιακά σε ένα ευνομούμενο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.

 

Η απλή αναλογική.

 

Οι νομοθετικές παρεμβάσεις για τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και τα δημόσια έργα.

 

Η θέσπιση κανόνων στο άναρχο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, όπου βασίλευε η ανομία και η προκλητική φοροασυλία ενός σαθρού, μιντιακού κατεστημένου.

 

Η υποχρεωτική καταβολή πόθεν έσχες για όλους τους δημόσιους λειτουργούς.

 

Το κτηματολόγιο και οι δασικοί χάρτες.

 

Και ακόμα, οι προοδευτικές παρεμβάσεις στον τομέα των δικαιωμάτων.

 

Ο νόμος για την ιθαγένεια

 

Το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια

 

Η νομική κατοχύρωση της ταυτότητας φύλου

 

Οι παρεμβάσεις για την αποσυμφόρηση των σωφρονιστικών ιδρυμάτων

Η κατάργηση των φυλακών τύπου Γ’

 

¨Όλες αυτές οι μικρές, μεγάλες μας νίκες, είναι η δική μας παρακαταθήκη. Και άξιζε να τολμήσουμε, άξιζε να παλέψουμε για να τις κάνουμε πράξη.

 

Παράλληλα όμως με τα παραπάνω, που αλλάζουν προς το καλύτερο την εικόνα στο εσωτερικό, υπάρχει και η σημαντική προσπάθεια ανάκτησης του κύρους και της ισχυρής γεωπολιτικής θέσης της χώρας, που στα χρόνια της όξυνσης της οικονομικής κρίσης, επλήγη σημαντικά. Και αυτή είναι μια προσπάθεια που έχει στεφθεί με απόλυτη επιτυχία.  Διότι η αδράνεια και η παθητικότητα έχουν αντικατασταθεί με μια πολυδιάστατη, ενεργητική, φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Με αποτέλεσμα η χώρα να είναι σε θέση να διατηρεί πλέον σχέσεις αλληλοσεβασμού και συνεργασίας με τις ισχυρότερες χώρες του πλανήτη και παράλληλα να διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή μας.

Η Ελλάδα, αποτελεί σήμερα, και δεν είναι υπερβολή, πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας σε μια ευρύτερα αποσταθεροποιημένη περιοχή.  Και καταφέρνει να διαμορφώνει σχέσεις εμπιστοσύνης,  καλής γειτονίας και συνεργασίας με σχεδόν το σύνολο των γειτονικών χωρών.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει υποχώρηση στα κρίσιμα εθνικά θέματα.  Σημαίνει το ακριβώς αντίθετο.  Ότι οι εθνικές θέσεις και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, ισχυροποιούνται ακόμα περισσότερο όταν οι φίλοι και οι σύμμαχοι της χώρας πληθαίνουν και αντιλαμβάνονται πλήρως το ειδικό της βάρος.

Αντιθέτως, η απομόνωση και τα εθνικιστικά παραληρήματα, το μόνο που κάνουν είναι να ζημιώνουν όποια χώρα της περιοχής επιλέγει να ασκεί εξωτερική πολιτική στη βάση αυτών.

Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, που ορίζεται από τον σημαντικά αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο της χώρας, αντιμετωπίζουμε με τη δέουσα σημασία και όλα τα εθνικά μας θέματα.

Και σε αυτό το σημείο, επιτρέψτε μου μια ιδιαίτερη αναφορά στο πλέον κρίσιμο της περιόδου που αφορά το ονοματολογικό, την διαφορά που υπάρχει με τον βόρειο γείτονά μας.

Η ελληνική θέση είναι σαφής και είναι θέση ευθύνης.  Διεκδικούμε με αποφασιστικότητα, όχι την διαιώνιση, αλλά την επίλυση του ζητήματος αυτού.  Αλλά επίλυση σημαίνει κοινά αποδεκτή, σύνθετη ονομασία, έναντι όλων.  Και είναι θετικό ότι, μετά τη πολιτική αλλαγή στη γειτονική χώρα, βλέπουμε μια κυβέρνηση που εμφανίζεται αποφασισμένη να κάνει βήματα.  Μένει όμως να το δούμε στη πράξη.

Στόχος μας, είναι να βρούμε μια λύση βιώσιμη, την οποία οφείλουμε να την αναζητήσουμε σε μια ονομασία αλλά και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συμφωνίας, που δε θα αφήνει κανένα περιθώριο αλυτρωτισμού ή ανιστόρητων διεκδικήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας ώστε να λυθεί οριστικά ένα ζήτημα που φορτώθηκε στη χώρα από το 1992.  Τότε που η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά και η χώρα,  είχε την ατυχία να έχει ως υπουργό των εξωτερικών τον κύριο Σαμαρά, ο οποίος προτίμησε να οικοδομήσει τη προσωπική πολιτική του καριέρα, παρά να συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος, όπως όριζε το εθνικό συμφέρον, δηλαδή με τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για τη χώρα.

Και σήμερα, πάλι κάποιοι συνεχιστές αυτής της παράδοσης του κ. Σαμαρά, αρκετοί εξ αυτών στη ΝΔ, προσπαθούν, χωρίς επιχειρήματα να αγγίξουν ευαίσθητες χορδές, σηκώνοντας το λάβαρο της πατριδοκαπηλίας.

Αλλά ας μη ξεχνάμε ότι οι μεγαλύτερες εθνικές ήττες και συμφορές, προήλθαν σε αυτόν το τόπο από ορισμένους που παριστάνουν τους υπερπατριώτες και τους εθνικόφρονες, αλλά τι κρίσιμη στιγμή δε δίστασαν να ξεπουλήσουν το εθνικό συμφέρον. Όπως συνέβη με τους δήθεν εθνικόφρονες συνταγματάρχες στη τραγωδία της Κύπρου το 1974.

Εμείς, με την ιστορική πείρα των αγώνων μας, πάντα από τη πρώτη γραμμή της υπεράσπισης του πατριωτικού και κοινωνικού συμφέροντος, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καλά ότι τα εθνικά συμφέροντα δεν προασπίζονται ούτε με κραυγές ούτε με αφορισμούς και γραφικότητες.  Αλλά με νηφαλιότητα, με διαπραγματευτική ικανότητα, με διεύρυνση των διεθνών συμμαχιών μας στο εξωτερικό και με προσπάθεια εθνικής ομοψυχίας στο εσωτερικό.

Καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει δημόσια την τοποθέτηση του και να την υποστηρίζει, δίχως όμως ακρότητες και υπερβολές.  Και νομίζω, ότι είναι ένα θετικό παράδειγμα η στάση του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος με τη χθεσινή του τοποθέτηση έστειλε ένα μήνυμα ομοψυχίας και νηφαλιότητας, όπως αρμόζει στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Αντιθέτως ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας προσθέτει τον τελευταίο καιρό στο παλμαρέ των επιτυχημένων του παρεμβάσεων για την οικονομία, τα εργασιακά, τα κοινωνικά θέματα και μια στάση εθνικής επιπολαιότητας. Αντιμετωπίζει ένα μείζον εθνικό θέμα με όρους μικροκομματικής μιζέριας. Προφανώς δεν τον αφορά αν η χώρα θα απελευθερωθεί από τα βάρη που της φόρτωσε η παράταξή του και ο κος Σαμαράς το 1992, αλλά το μόνο που τον νοιάζει είναι συγκρατήσει την ακροδεξιά του πτέρυγα και να παίξει παιχνίδια εσωτερικής κατανάλωσης. Τόσες μέρες κρύβεται και δεν παίρνει θέση. Βεβαίως, λέει και αντιφατικά πράγματα. Τη μια μιλάει για Βουκουρέστι, την άλλη στέλνει, όμως, τους βουλευτές του στα συλλαλητήρια. Τη μια αναφέρεται στον Καραμανλή, την άλλη στον Σαμαρά. Τη μια επαινεί τη στάση του πατέρα του ως πρωθυπουργού το 1992, την άλλη ακολουθεί τη στάση αυτού που ανέτρεψε τον πατέρα του.  Είναι πράγματι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τις αντιφάσεις και μεταμορφώσεις του κου Μητσοτάκη. Ένα ξέρω, όμως, ότι, σε τόσο δύσκολα ζητήματα ουδείς μπορεί να δοξαστεί κρυπτόμενος.

Το ονοματολογικό δεν είναι ένα ζήτημα εσωτερικής κατανάλωσης, όπως ο ίδιος νομίζει, για συνεχίζει για πολύ να παίζει παιχνίδια.  Θα υποχρεωθεί πολύ γρήγορα, από την εξέλιξη των πραγμάτων να πάρει θέση. Όσο δύσκολο κι αν είναι για αυτόν.

Εμείς θα συνεχίσουμε με υπευθυνότητα να δουλεύουμε προκειμένου να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό σε μια διαπραγμάτευση που αρχίζει τώρα, με στόχο όχι να παίξουμε παιχνίδια αλλά με στόχο να λύσουμε ένα πρόβλημα που ταλανίζει τη πολιτική ζωή, αλλά και το φέρει βαρέως και η εξωτερική μας πολιτική και διπλωματία πάνω από 25 χρόνια. Και πιστεύω ότι οι εξελίξεις θα μας δικαιώσουν.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

 

Το 2018, θα είναι μια χρονιά ορόσημο για τη χώρα. Γιατί κλείνει ο κύκλος των μνημονίων . Την ίδια στιγμή, όμως, ανοίγονται σημαντικές δυνατότητες ώστε να διαμορφωθεί το πλαίσιο  της νέας εποχής. Της μεταμνημονιακής εποχής. Θα ήθελα, όμως, από αυτό εδώ το βήμα, να βάλω το ερώτημα προκειμένου να ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση μεταξύ μας.

Μετά το μνημόνιο τι;

Θα προσπαθήσω να δώσω επιγραμματικά κάποιες απαντήσεις. Περισσότερο για να ξεκινήσει ο προβληματισμός μεταξύ μας και να βρούμε τις συντεταγμένες.

Πιστεύω ότι η δική μας απάντηση αφορά τρία σκέλη

  • Το πρώτο, αφορά τον τομέα της παραγωγής.

Το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον, η πρόσβαση ελληνικών επιχειρήσεων σε δανεισμό με ευνοϊκά επιτόκια, η αξιοποίηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ, είναι μονάχα ορισμένες από τις προϋποθέσεις που κάνουν ορατή μια προοπτική δυναμικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, τα επόμενα χρόνια. Είναι όμως εξίσου σημαντική με την παραγωγή νέου πλούτου, η δίκαιη αναδιανομή του. Δεν πρέπει, με λίγα λόγια, να επαναληφθεί το έργο της περιόδου της επέλασης του εκσυγχρονισμού:  Οι δείκτες να ευημερούν, μια κάστα εργολάβων και επιχειρηματιών να αποκομίζουν ασύλληπτα κέρδη και οι εργαζόμενοι να ζουν με καθηλωμένες αποδοχές και συνθήκες ζωής.  Ο τρόπος λοιπόν για να έχουμε μια ανάπτυξη δίκαιη αλλά και βιώσιμη είναι τόσο ο αναπροσανατολισμός της παραγωγής στους τομείς που η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όσο όμως και η πρόβλεψη για θέσεις σταθερής εργασίας, με αξιοπρεπείς μισθούς.  Οι επενδύσεις σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, θα δίνουν τις δυνατότητες νέας επανεπένδυσης με στόχο τη βελτιστοποίηση του παραγόμενου προϊόντος και από την άλλη οι καλύτερες αμοιβές, θα συμπαρασύρουν θετικά και την ιδιωτική κατανάλωση.  Μια διαδικασία δηλαδή η οποία πρακτικά θα καταλήγει στη διεύρυνση του κύκλου της οικονομίας, ο οποίος συρρικνώθηκε τα χρόνια της λιτότητας και της ύφεσης.

  • Δεύτερο σκέλος, είναι αυτό της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πρώτα και κύρια στον τομέα της εργασίας, που είναι ο κρισιμότερος.  Αποκατάσταση συλλογικών διαπραγματεύσεων, καταπολέμηση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας, αυστηρή τήρηση της εργατικής νομοθεσίας.  Όσοι χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τους νέους και τις νέες που έφυγαν τα χρόνια της κρίσης, ξεχνούν ότι το βασικό επιχείρημα αυτών των ανθρώπων ήταν οι απελπιστικές εργασιακές συνθήκες και η υποαμειβόμενη εργασία.  Για εμάς, λοιπόν, μεταμνημονιακή εποχή και έξοδος από την κρίση σημαίνει αποκατάσταση αυτής της πραγματικότητας. Και είναι λοιπόν απόλυτη προτεραιότητα, να αντιστρέψουμε πλήρως τις πολιτικές απορρύθμισης στην αγορά εργασίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους κατά κύριο λόγο νέους και νέες, που διαθέτουν μάλιστα υψηλά επιστημονικά προσόντα, να μπουν στην παραγωγή με τους καλύτερους όρους.

 

Έπειτα, στον τομέα του κοινωνικού κράτους. Η αρχή μας είναι η απόλυτη ισότητα πρόσβασης όλων των πολιτών στην Υγεία και την Παιδεία. Στις κοινωνικές υπηρεσίες.  Και το στοίχημα είναι να αναβαθμίσουμε ποιοτικά ακόμα περισσότερο τις παρεχόμενες υπηρεσίες, ώστε να καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες.

 

  • Τρίτο σκέλος, είναι το ζήτημα της φορολογίας.

Ήδη έχουν προβλεφθεί συγκεκριμένες ελαφρύνσεις, από τα ήδη νομοθετημένα μέτρα, τα λεγόμενα αντίμετρα το 2019, που περιλαμβάνονταν στη δεύτερη αξιολόγηση, όμως σίγουρα δεν μπορούμε να μείνουμε εκεί.  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι προκειμένου να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τους όρους αυτής της δημοσιονομικής προσαρμογής, έστω της ήπιας, του γεγονότος ότι στην χώρα μας ήταν πολλοί και πολλές αυτοί που χρεοκόπησαν τις επιχειρήσεις τους και έβγαλαν τα λεφτά τους έξω. Πολλοί και πολλές αυτοί έφτιαξαν οφσόρ εταιρίες και απέφευγαν διαχρονικά, ίσως και συνεχίζουν κάποιοι, την φορολογία, υπήρξε επιβάρυνση μεγάλη της λεγόμενης μεσαίας τάξης. Είναι, λοιπόν, στις προτεραιότητες μας, να εξετάσουμε τρόπους ώστε η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, που δεδομένα θα έχει θετική επίπτωση και στα προσδοκώμενα έσοδα, να αποτυπωθεί και σε μια σειρά θετικών παρεμβάσεων στο φορολογικό, κυρίως στα μεσαία και χαμηλά στρώματα που το έχουν πραγματικά ανάγκη.

Και επιτρέψτε μου να μιλήσω και για ένα Τέταρτο σκέλος της μεταμνημονιακής περιόδου, που όμως έχει αρχίσει ήδη να αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής μας από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε και δεν έχει να κάνει άμεσα με την οικονομία, αλλά ίσως έμμεσα με αυτήν και είναι το διαρκές μας μέτωπο με τη διαπλοκή και τη διαφθορά.

 

Η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει αν κάποιοι είναι υπεράνω του νόμου και των συνεπειών του.  Πολλοί έχασαν τον ύπνο τους από τη μέρα που αναλάβαμε τη διακυβέρνηση και δεσμευτήκαμε ότι θα αναδείξουμε μια σειρά από υποθέσεις και προχωρήσαμε και σε εξεταστικές επιτροπές και βεβαίως νομίζω ότι η πορεία των πραγμάτων, για πολλούς από αυτούς, επαλήθευσαν αυτούς τους φόβους.  Είναι σαφές ότι το σύστημα της μίζας, των ημετέρων και φυσικά του τριγώνου της διαπλοκής, είχε φτάσει στα όρια του.  Και είναι ηλίου φαεινότερο ότι όσοι γνωρίζουν πως είναι εκτεθειμένοι έναντι του νόμου, κάνουν ό,τι μπορούν – ακόμα και ετερόκλητες συμμαχίες – παίζουν θα έλεγα τα ρέστα τους, για να αντιπολιτευτούν σε αυτή την κυβέρνηση που δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ του χεριού τους.Σας διαβεβαιώνω ότι εδώ ισχύει απόλυτα αυτό που είπε ο Ευκλείδης στους βουλευτές στην τελευταία συνεδρίαση… στην επιτροπή νομίζω το είπε : Ακόμα δεν έχετε δει τίποτα…

 

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Είναι δεδομένο, ότι οι παραπάνω απαντήσεις που προσπάθησα να σκιαγραφήσω, έτσι επιγραμματικά να δώσω, ως τροφή για σκέψη στη συζήτηση κατά τη διήμερη αυτή Κεντρική Επιτροπή σχετικά με την μεταμνημονιακή εποχή, σίγουρα αυτή η συζήτηση δε μπορεί να κλείσει, πιστεύω ότι θα άξιζε να διοργανώσουμε όχι απλά μια Κεντρική Επιτροπή αφιερωμένη σ’ αυτή τη συζήτηση και στο πρόγραμμά μας, το δικό μας μεσοπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης της οικονομικής, παραγωγικής και κοινωνικής συνοχής, ενδεχομένως και διαρκές συνέδριο να χρειαστεί να κάνουμε για να καταλήξουμε στο δικό μας σχέδιο.

Είναι, λοιπόν, δεδομένο, όμως, και από τις απαντήσεις που επιγραμματικά προσπάθησα να δώσω, ότι οι δικοί μας άξονες είναι διαμετρικά αντίθετοι με τις απόψεις της αναχρονιστικής δεξιάς του κ. Μητσοτάκη.

Μιας παράταξης που βλέπει καθημερινά να ηττώνται το ένα μετά το άλλο τα σχέδια αποσταθεροποίησης και να μην πιάνει η πρωτοφανής προπαγάνδα καταστροφολογίας.

Μιας παράταξης που κάθε μέρα που περνά αποδεικνύει τις τρεις όψεις της πολιτικής της ύπαρξης.

  • Πρωτίστως, αποδεικνύουν διαρκώς το πόσο κοινωνικά ανάλγητοι είναι.

Ας αφήσω τις ανατριχιαστικές παραδοχές περί φυσικής νομοτέλειας των κοινωνικών ανισοτήτων.  Ας πάω μονάχα στα πρόσφατα.  Την καταψήφιση της ρύθμισης, προχθές στη Βουλή, που προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι θα αποζημιώνονται πρώτα έναντι των υπολοίπων πιστωτών, σε περιπτώσεις πτώχευσης.  Πράγματι είναι απορίας άξιο το θάρρος που έχουν οι άνθρωποι να αποδεικνύουν διαρκώς και με κάθε ευκαιρία το πόσο κοινωνικά ανάλγητοι είναι. Από τη μια άποψη είναι θάρρος γιατί δεν κρύβουν το αληθινό τους πρόσωπο, από την άλλη είναι και θράσος γιατί απευθύνονται σε εργαζόμενους, σε ανθρώπους που τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, έχουνε πληγεί και βεβαίως το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει κανείς, ιδιαίτερα σε εργαζόμενους, σε επιχειρήσεις που κινδυνεύουν είναι να καταψηφίζει μια τέτοια ρύθμιση.  Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο βράδυ μας ανακοίνωσαν και μια πρόταση -καταψηφίζοντας από την δική του οπτική γωνία το θέμα της απεργίας-  για την ουσιαστική κατάργηση της απεργίας, υπερασπιζόμενοι μέχρι κεραίας τα επιχειρήματα του ΔΝΤ έτσι όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και με πολύ σκληρή μάχη απερρίφθησαν, αλλά βεβαίως, σε μεγάλο βαθμό και τα επιχειρήματα που και εδώ στην Ελλάδα ο ΣΕΒ, κατά καιρούς, αλλά και άλλοι έχουν αναδείξει.

 

  • Δεύτερη όψη, ο πολιτικός τους τυχοδιωκτισμός.

Αφού συντάχθηκαν σε κάθε φάση των διαπραγματεύσεων με τις πλέον ακραίες φωνές των δανειστών,  αφού πήγαιναν επισκέψεις στις Βρυξέλλες για να συκοφαντήσουν την ελληνική κυβέρνηση στους αξιωματούχους της ΕΕ, θυμάστε, εξάλλου, πέρσι όταν δώσαμε το μέρισμα, το οποίο και καταψήφισαν στη Βουλή… από το Βερολίνο μάλιστα, συναντώντας τον κο Σόιμπλε,    αφού έστειλαν ανθρώπους του περιβάλλοντος τους να μιλήσουν σε επενδυτές για να τους αποτρέψουν να επενδύσουν στη χώρα, διότι τάχα μου δεν θα έκλεινε η τρίτη αξιολόγηση και θα βρισκόμασταν ξανά σε αέναη διαπραγμάτευση και στην καταστροφή. Έτσι έλεγαν.  Τώρα, αφού πείστηκαν ότι δε πέφτει η κυβέρνηση και δε καταστρέφεται η οικονομία προσδοκούν αυτό να συμβεί μέσω του ονοματολογικού και αρνούνται να συνταχθούν με την εθνική θέση και στάση της κυβέρνησης αρνούμενοι να πάρουν καν θέση. Ο πιο ακραίος πολιτικός τυχοδιωκτισμός και πιο ανεύθυνος εθνικά πολιτικός τυχοδιωκτισμός.

  • Τρίτη όψη, το ηθικό τους μειονέκτημα.

Τα χαμένα πόθεν έσχες, οι offshore στους φορολογικούς παραδείσους, τα δανεικά του Κήρυκα… Δανείων ή Χανίων, τα δωράκια της Siemens και φυσικά, ο άνθρωπος που λόγω της επάρατου Αριστεράς, δεν πρόλαβε να δώσει το όνομα του σε κάποιον δρόμο προς τιμήν του.  Ο κ. Παπασταύρου, που καταγγέλλει την πολιτική του δίωξη.

Η ΝΔ, λοιπόν , έχει σοβαρό πρόβλημα που η χώρα βγαίνει από τα μνημόνια και για όλους τους παραπάνω λόγους αυτό δε μπορεί να το κρύψει. Και επιτρέψτε μου να πω ότι αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν χαίρεται καθόλου που τα καταφέρνουμε. Δεν χαίρεται καθόλου που βγαίνουμε από τα μνημόνια.

Αλλά επιτρέψτε μου, επίσης, να πω ότι δεν είναι μόνο η ΝΔ. Υπάρχουν και άλλοι, μαθημένοι στην προστασία και την ασυλία που τους παρείχε το παλιό πολιτικό σύστημα, που αγχώνονται. Και ξέρετε, δεν κατοικούν ούτε στις Βρυξέλλες, ούτε στο Βερολίνο, αυτοί που σχεδιάζουν μοχθηρά σχέδια για να μη τα καταφέρουμε. Εδώ ζουν, μιλάνε άπταιστα τα ελληνικά. Αλλά κρύβονταν και αυτοί πίσω από τις απαιτήσεις των δανειστών.  Όταν όμως οι δανειστές πάψουν να αποτελούν το άλλοθι, τότε οι μάσκες θα πέσουν.  Ας γνωρίζουν όμως όλοι τους, ότι την προδιαγεγραμμένη πορεία εξόδου από τα μνημόνια, πλέον, δεν μπορεί να τη διακόψει κανένας.  Όσα εμπόδια και να ορθωθούν, δεν είναι ικανά να τη σταματήσουν. Και να το βάλουν πολύ καλά στο μυαλό τους.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Θέλω να κλείσω με κάτι που αφορά τη δική μας στρατηγική. Τη στρατηγική της Αριστεράς στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ και περίπου πεντέμισι χρόνια, αποτελεί τη μεγαλύτερη αριστερή δύναμη σε ολόκληρη την ΕΕ.  Και είναι δεδομένο ότι η δική μας πορεία, δίνει κατ’ εξοχήν τον τόνο της αριστερής στρατηγικής σε επίπεδο Ευρώπης. Δώσαμε μεγάλες μάχες, όχι απλά εξ ονόματος ενός ολόκληρου λαού αλλά και για λογαριασμό των ευρωπαϊκών λαών που βλέπουν μια Ευρώπη να παραδίδεται στις επιταγές των τεχνοκρατών και του νεοφιλελευθερισμού. Πήραμε δύσκολες αποφάσεις, αλλά καταφέραμε να μείνουμε όρθιοι στη μάχη για την αλλαγή των συσχετισμών και των πολιτικών σε επίπεδο ΕΕ.

Σήμερα, τρία χρόνια μετά, πιστεύω ότι ορθώς αισθανόμαστε ότι πράξαμε σωστά. Γιατί η Ελλάδα βρίσκει διέξοδο, γιατί στην Ευρώπη και η δική μας παρουσία μετατόπισε σε σημαντικό βαθμό την ατζέντα των συζητήσεων σε προοδευτικότερη κατεύθυνση. Γιατί είδαμε μέσα σε αυτή την πορεία, την Αριστερά να βρίσκει βηματισμό σε μια σειρά από χώρες.  Γιατί είδαμε ένα τμήμα της Σοσιαλδημοκρατίας, να προβληματίζεται, να στρέφει το βλέμμα της προς τα αριστερά. Και βεβαίως γιατί έχουμε την αισιοδοξία ότι διεργασίες αυτές θα συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα.

Αυτά τα χρόνια, όμως, δεχθήκαμε επιθέσεις ανοίκειες και πάντοτε με μπόλικη δόση διδακτισμού. Κυρίως από εκπροσώπους και πολιτικές δυνάμεις του συντηρητικού στρατοπέδου. Αλλά και από δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται στα αριστερά μας. Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο πλευρές, σήμερα στέκουν σχετικά απορημένες και αμήχανες με τη πορεία μας. Οι μεν γιατί ακούν ακόμα περισσότερες φωνές στην Ευρώπη να μιλάνε για τις προοδευτικές τομές που εμείς θέταμε στο τραπέζι όλα τα προηγούμενα χρόνια. Οι δε, οι αυτοπροσδιοριζόμενοι εξ αριστερών μας,  γιατί έχουν πάρει διαζύγιο με τη λογική της κοινωνικής χρησιμότητας.

Και οι δυο πλευρές μας κατηγόρησαν από διαφορετικές οπτικές γωνίες ο καθένας  για τη σχέση μας με το ρεαλισμό. Οι μεν γιατί δεν είχαμε ρεαλιστικό σχέδιο. Οι δε γιατί υποταχθήκαμε στον ρεαλισμό. Η αλήθεια είναι ότι φυσικά και είμαστε ρεαλιστές. Απλά είναι άλλος ο ρεαλισμός που απαιτεί να υποταχθείς στον υπάρχοντα πολιτικό συσχετισμό.  Και άλλος ο ρεαλισμός που αφορά τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Ο δεύτερος αποτελεί επιλογή μας. Επιλογή να ερμηνεύουμε την κατάσταση και να δρούμε προς όφελος εκείνων που μας έδωσαν την ευθύνη να εκπροσωπήσουμε. Και αυτή την ευθύνη υπηρετήσαμε και υπηρετούμε. Με σθένος, με αποφασιστικότητα, με πίστη σε αξίες και αρχές. Αρχές που μας ώθησαν στην φωτιά της μάχης και όχι στην απόδραση. Αρχές που μας οδηγούν με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη μεγάλη προσπάθεια να σχεδιάσουμε και να είμαστε εμείς αυτοί που θα υλοποιήσουμε την επόμενη μέρα της πατρίδας μας, τη νέα εποχή,  την μεταμνημονιακή περίοδο, που μετά από δικές μας προσπάθειες έρχεται και που πρέπει να είμαστε εμείς αυτοί που και θα σχεδιάσουμε και θα υλοποιήσουμε για να μη πάνε χαμένοι οι κόποι, οι θυσίες, οι αγώνες και οι αγωνίες του ελληνικού λαού.

Με τόλμη και αποφασιστικότητα είμαι σίγουρος ότι και θα σχεδιάσουμε και θα είμαστε εμείς που θα υλοποιήσουμε τις δικές μας ιδέες, απόψεις και τα δικά μας σχέδια γι αυτή τη νέα εποχή, τη νέα μέρα που ξημερώνει για το τόπο και το λαό μας.  Σύντομα πιστεύω.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΤΣΙΠΡΑΣ, ΣΚΟΠΙΑΝΟ