Πολιτική λύση ζητεί η κυβέρνηση για να λιώσουν οι πάγοι της διαπραγμάτευσης

Την επανεκκίνηση των διαδικασιών της διαπραγμάτευσης αναμένεται να επιδιώξει το οικονομικό επιτελείο μετά και την ολοκλήρωση της εορταστικής ανάπαυλας καθώς στόχος παραμένει η επίτευξη συμφωνίας το συντομότερο δυνατό με πολιτική παρέμβαση. Ο ρόλος του ΔΝΤ παραμένει στο επίκεντρο με σενάρια για παραμονή του και πάλι σε ρόλο τεχνικού συμβούλου να αναζωπυρώνονται. Μόνο που κάτι τέτοιο απομακρύνει την δημοσίευση της έκθεσης αξιολόγησης για το χρέος που αποτελεί διαβαρτήριο για QE και αγορές.

Μιλώντας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος στην εκπομπή «Μην πυροβολείτε την πολιτική» του ρ/σ Αθήνα 9.84 και τον δημοσιογράφο Βασίλη Πάϊκο τόνισε χτες ότι η πολιτική παρέμβαση μπορεί να δώσει λύση στο αδιέξοδο. « Ο λόγος για τον οποίο αυτή τη στιγμή παραμένει ανοιχτό μέτωπο, της αξιολόγησης, έχει να κάνει με την παράλογη, θα έλεγε κανείς, στάση του ΔΝΤ. Δεν πρόκειται εδώ για τεχνικό ζήτημα. Δεν πρόκειται για ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί με μικρές παραχωρήσεις ή μερικά μπρος-πίσω εκ μέρους των εμπλεκομένων. Είναι ένα πολιτικό θέμα, το οποίο αισιοδοξούμε ότι θα επιλυθεί, καθώς κανένας αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη δεν έχει συμφέρον για μια τεχνική αναζωπύρωση του ελληνικού ζητήματος.»

Η αλλαγή σκυτάλης στο Λευκό Οίκο αλλά και η διάθεση της Κομσιόν να στηρίξει την Αθήνα στην κόντρα με το ΔΝΤ είναι τα βασικά σημεία όπου αναμένεται να ενσκήψει η Ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Και τα δύο αυτά δεδομένα γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν ώστε να αρθούν οι σθεναρές ενστάσεις του Ταμείου αλλά και του Βερολίνου για επίτευξη συμφωνίας στη βάση περικοπής συντάξεων μετά το 2018 και μείωσης του αφορολογήτου.

Αυτά άλλωστε είναι τα βασικά σημεία όπου έχουν «σκαλώσει» εδώ και καιρό οι συζητήσεις. Για την «απόψυξή τους» αναμένονται πρωτοβουλίες εκ μέρους του οικονομικού επιτελείου. Έτσι , ο υπουργός Οικονομικών  Ευκλείδης  Τσακαλώτος στις επαφές που αναμένεται να έχει το επόμενο διάστημα με θεσμικούς παράγοντες (Πιέρ Μοσκοβισί, Επίτροπος Οικονομικών, Γερούν Ντάισελμπλουμ , Πρόεδρος Eurogroup, Μισέλ Σαπέν, Υπουργός Οικονομικών Γαλλίας, Κάρλο Παντοάν, Υπουργός Οικονομικών Ιταλίας)θα επαναλάβει την πρόθεση της κυβέρνησης να παρατείνει τον «κόφτη» για τουλάχιστον δύο χρόνια μετά το 2018.

Εστιάζοντας περαιτέρω στα τεχνικά σημεία της αξιολόγησης σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ- ΜΠΕ ο Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ξυδάκης  , τόνισε πως έχουν εκπληρωθεί τα προαπαιτούμενα, η κυβέρνηση έχει εφαρμόσει στο ακέραιο το πρόγραμμα και παραμένει η πολιτική απόφαση που αφορά κυρίως το ύψος και τη διάρκεια των πρωτογενών πλεονασμάτων, κομβικό σημείο το οποίο ταλαιπωρεί το πρόγραμμα από χρόνια. «H κυβέρνηση έχει εφαρμόσει στο ακέραιο το πρόγραμμα, και έχει κάνει τα πάντα για να αρθεί το κλίμα δημοσιονομικής αβεβαιότητας. Η αστάθεια εντοπίζεται στο Βερολίνο και στο ΔΝΤ. Εκεί έχουμε τις πολιτικές περιπλοκές» ανέφερε και συμπλήρωσε ότι  «το Βερολίνο βρίσκεται σε ένα δικό του κόσμο, δημοσιονομικής και νομισματικής ασυμμετρίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία από το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης του 2009 έχει σωρεύσει 550 δισεκατομμύρια πλεονάσματα και όλα αυτά είναι ελλείμματα από τις χώρες του Νότου». Εκτίμησε δε όται εφόσον Κρ. Λαγκάρντ, Π. Τόμσεβ π σταματήσουν το πολιτικό μπρα-ντε-φερ πάνω στην πλάτη της Ελλάδας, τότε η αξιολόγηση θα κλείσει.

Η Γερμανία αντιδρά

Όπως καταφαίνεται πάντως ο ρόλος της Γερμανίας και συνακόλουθα του Π. Τόμσεν είναι κομβικός.  Η επιμονή τους για μέτρα 4δις€ 2019-2020, μείωση αφορολογήτου στις 5.000€, και κατάργηση προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις δε φαίνεται να κάμπτεται με δεδομένο ότι οι στόχοι πλεονασμάτων για μετά το 2018 δεν είναι πιθανό να αναθεωρηθούν. Και μάλιστα εν όψει Γερμανικών εκλογών και ανακατατάξεων στην Ευρώπη όπου είναι σε πλήρη εξέλιξη ένα παιχνίδι εξουσίας μεταξύ Βερολίνου και των άλλων μεγάλων (Ιταλίας, Γαλλίας).

Στο φόντο αυτό η Ελληνική πλευρά προσπαθεί να βρει φόρμουλα διαχείρισης των αιτημάτων αυτών του Βερολίνου και του Ταμείου που δεν έχουν άλλο στόχο παρά να κρατήσουν σφιχτά στις ράγες την πολιτική της λιτότητας που ευνοεί τη Γερμανία. Έτσι σε μια προσπάθεια ελιγμού π.χ. συζητείται  τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% να κατευθύνονται εν μέρει (1%) στην ανάπτυξη. Με δεδομένο όμως ότι οι διαφορές της Κυβέρνησης με τους Θεσμούς, αλλά και μεταξύ των ευρωπαϊκών Θεσμών και του ΔΝΤ παραμένουν μεγάλες, αιτήματα σαν κι αυτό είναι άγνωστο αν γίνουν δεχτά. Έτσι  η επιστροφή των δανειστών παραμένει ανοικτή και οι πιο απαισιόδοξοι θεωρούν ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν πριν το πρώτο 20ημερο του Ιανουαρίου.

Γιώργος Αλεξάκης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΥΡΙΖΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΤΣΙΠΡΑΣ, ΜΑΞΙΜΟΥ


Αφήστε μια απάντηση