Μνημόνιο και Βαλκάνια φέρνουν τη Γερμανία κοντά στην Αν. Μεσόγειο

Η υπόθεση του Ελληνικού χρέους και η ενεργή πολιτική και οικονομική ανάμιξη που έχει εδραιώσει εδώ και καιρό στα Δυτικά Βαλκάνια η Γερμανία αποτελούν τα καλύτερα διαβατήρια που εξασφάλισε η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης για να δηλώσει παρών στις εξελίξεις στην ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή της Αν. Μεσογείου.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας που έφερε στην «αγκαλιά» του Βερολίνου την Κροατία και τη Σλοβενία, πλέον και η Σερβία έχει μια ισχυρή οικονομική συνάφεια (επενδύσεις σε κομβικούς τομείς, μεταναστευτικό συνάλλαγμα λόγω της Σερβικής διασποράς ) με τη Γερμανία έστω κι αν ο Ρωσικός και ο Κινεζικός παράγων είναι ενεργός εκεί. Επιπλέον η πρόσφατη συνάντηση των Πρωθυπουργών της Ελλάδας Αλέξη Τσίπρα και της ΠΓΔΜ Ζ. Ζάεφ με την Καγλεκάριο Μέρκελ, το πρόσφατο κλείσιμο του μεταστατευτικού δρόμου των Βαλκανίων με τις άτυπες ευλογίες του Βερολίνου, υποδηλώνει με τον πλέον συμβολικό τρόπο, ότι πέρα από τις ΗΠΑ και ο φορέας της μεγαλύτερης «ήπιας» ισχύος στην ΕΕ, η Γερμανία, έχει ενεργό ρόλο στην αποκατάσταση των διμερών σχέσεων που θα σημάνει και την ενσωμάτωση των Σκοπίων στη Βαλκανική.

Το τρίτο και πιο «δυνατό» κομμάτι του «γερμανικού» παζλ στην περιοχή είναι το ελληνικό πρόγραμμα οικονομικής σταθεροποίησης. Τώρα που φτάνει στο θεωρητικό τέλος του πέφτουν οι μάσκες και καταφαίνεται, βοηθούσης και της Ελληνική αβελτηρίας να ολοκληρώσει με συνέπεια ένα συμπεφωνημένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων «αλλά Γερμανικά», ότι το  παιχνίδι ισχύος στην περιοχή είναι σε πλήρη εξέλιξη. Είναι προφανές ότι  μετά και τη χτεσινή συνεδρίαση του Eurogroup  ότι το Βερολίνο θα αξιοποιήσει κάθε δυνατή ευκαιρία που του παρέχεται για να παραμείνει ενεργό πολιτικά μαζί με τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, αλλά και κυρίαρχο οικονομικά.  Άλλωστε μπροστά υπάρχουν ανοικτά οικονομικά μέτωπα (οι δημόσιες δαπάνες της Ελλάδας – αναθέσεις προμηθειών κτλ, ευκαιρίες για τη γερμανική επιχειρηματικότητας αλλά κι ένα μεγάλο πεδίο γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή μέχρι την Εγγύς Ανατολή.

Στο φόντο αυτό μόνο έκπληξη δεν προξενούν τα δημοσιεύματα του Γερμανικού τύπου, όπως της Handelsblatt, που αναφέρει ότι «όσο περνά ο χρόνος γίνεται όλο και πια σαφές πως η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν σημαίνει και το τέλος των όρων που θέτουν οι δανειστές. Και μετά την εκπνοή του προγράμματος στήριξης η Αθήνα θα παραμείνει σε καθεστώς εποπτείας, όπως προκύπτει από το κείμενο του ‘Συμπληρωματικού Μνημονίου‘ της Κομισιόν.»

Επιπλέον δεν είναι τυχαία και η διαφωνία Βερολίνου και ΔΝΤ για το πώς θα αναδιαρθρωθεί το Ελληνικό χρέος. Παρά τις όποιες υποχωρήσεις έχει κάνει το Ταμείο στις δημοσιονομικές εκτιμήσεις και τις προβολές του παραμένει το χάσμα σε σχέση με το μίγμα μέτρων μείωσης του χρέους αλλά και της εγκαθίδρυσης μηχανισμών αυτοματοποιημένης απομείωσης, που δίνουν μεγαλύτερη πολιτική ευχέρεια κινήσεων στην Αθήνα. Είναι προφανές ότι 200 χρόνια μετά την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και των περίφημων «δανείων του Αγώνα» το θέμα του χρέους αναδεικνύεται σε νέο εργαλείο των μηχανισμών εξάρτησης της χώρας.

Γιώργος Αλεξάκης

ΚΟΣΜΟΣ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΒΑΛΚΑΝΙΑ, ΜΝΗΜΟΝΙΟ